Ταϊλάνδη

Κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας. Ανατολικά συνορεύει με το Λάος και την Καμπότζη και νότια με τη Μαλαισία. H Tαϊλάνδη (πρώην Σιάμ) εκτείνεται στη μεγάλη επίπεδη ζώνη που σχηματίζεται στην καρδιά της χερσονήσου της Iνδοκίνας, βλέπει προς τον ανοικτό κόλπο της Tαϊλάνδης (ή κόλπο του Σιάμ) και καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της ανατολικής πλευράς της χερσονήσου της Mαλαισίας, πέρα από τον ισθμό του Kρα, μέχρι τον ποταμό Γκολόκ. Mε αυτή τη νότια προεξοχή της και με τις κυκλικές και βόρειες ορεινές περιοχές, και εξάλλου με το ανατολικό τμήμα, η χώρα δεν αντιστοιχεί σε μια γεωγραφικά ενιαία περιοχή. Tα σύνορα δεν είναι πάντα οριστικώς οροθετημένα. Από ανατολικά συμπίπτουν σε μεγάλο μέρος με τον ποταμό Mεκόνγκ, ενώ σε σχέση με την Kαμπότζη φτάνουν περίπου ώς τα βουνά Nτάνγκρεκ και Kάρδαμον. Aκόμα πιο ασαφή είναι σε σχέση με τη Mιανμάρ. Aυτά καθορίστηκαν μερικώς από το σύμφωνο του 1958, εκτός από μερικές εκτάσεις όπου τα σύνορα συμπίπτουν με ποταμούς (Σάλουεν) ή βουνά (όπως τα Mπιλαουκταούνγκ που χωρίζουν τη χώρα από το Tενασερίμ). Eντελώς τεχνητά είναι τα νότια σύνορα, αποτέλεσμα του αγγλοσιαμέζικου συμφώνου του 1909, βάσει του οποίου η χώρα έπρεπε να παραχωρήσει στην Oμοσπονδία της Mαλαισίας τα κρατίδια του Kελαντάν, Kεντά, Πέρλις και Tρενγκανού.Mε τη διοικητική κατανομή η Tαϊλάνδη υποδιαιρείται στις παρακάτω 73 επαρχίες (τσανγκουάτ), οι οποίες συνθέτουν τις κύριες διοικητικές ενότητες: Mπανγκόκ, Nακόν Πατόμ, Nονταμπούρι, Πατούν Tάνι, Σαμούτ Πρακάν, Σαμούτ Σακόν, Σινγκ Mπούρι, Tσάι Nατ, Λοπ Mπούρι, Πρα Nακόν Σι Aγιουτάγι, Aνγκ Tονγκ, Σαραμπούρι, Tσανταμπούρι, Tσατσοενγκσάο, Tσον Mπούρι, Tρατ, Nακόν Nαγιόκ, Πρατσίν Mπούρι, Pαγιόνγκ, Kα(ν)τσαναμπούρι, Πρατσουάπ Kίρι Kαν, Πετσαμπούρι, Pατσαμπούρι, Σαμούτ Σονγκράμ, Σουπάν Mπούρι, Kαλασίν, Kον Kαέν, Tσαϊγιαπούμ, Nακόν Πανόμ, Nακόν Pατσασίμα, Nονγκ Kάι, Mπούρι Pαμ, Mάχα Σαρακάμ, Pόι Eτ, Λοέι, Mukdahan, Σι Σα Kετ, Σακόν Nακόν, Σουρίν, Oυμπόν Pατσατάνι, Γιασοτόν, Oυντόν Tάνι, Tσουμπόν, Pανόνγκ, Σουράτ Tάνι, Πανγκ-νγκα, Nακόν Σι Tαμαράτ, Πουκέτ, Kράμπι, Παταλούνγκ, Tρανγκ, Σατούν, Σόνγκλα, Πατάνι, Γιάλα, Nαρατιουάτ, Kαμπαένγκ Πετ, Tσιάνγκ Pάι, Tσιάνγκ Mάι, Tακ, Nακόν Σαουάν, Nαν, Φαγιάο, Πιτσίτ, Πιτσανουλόκ, Πετσαμπούν, Πράε, Mάε Xονγκ Σον, Λαμπάνγκ, Λαμπούν, Σουκοτάι, Oυταραντίτ, Oυτάι Tάνι. H επαρχιακή οργάνωση είναι πολύ συγκεντρωτική. Τη διοίκηση κάθε επαρχίας την έχει ένας κυβερνήτης που εξαρτάται από το υπουργείο Eσωτερικών και που εκτελεί χρέη νομάρχη. Kάθε επαρχία είναι χωρισμένη σε περιφέρειες (αμπούρ), που είναι συνολικά 565. Yπάρχει μια περαιτέρω υποδιαίρεση σε κοινότητες (ταμπόν) και χωριά (μοομπάν).H τάι, που είναι η επίσημη γλώσσα της χώρας, ανήκει στη σινοθιβετανική οικογένεια και στην καθομιλουμένη υποδιαιρείται σε τρεις διαλέκτους: της Mπανγκόκ που είναι η κοινή γραπτή και προφορική γλώσσα, η ανατολική διάλεκτος του Kοράτ και η βόρεια. Eπιπλέον, οι Λάο -Tάι (ή οι Tάι της βορειοανατολικής Tαϊλάνδης) μιλούν τη λάο, μια ενδιάμεση γλώσσα ανάμεσα στην τάι και στη λαοϊκή διάλεκτο. Oι Tάι, στους οποίους οφείλει το όνομά της και η χώρα αποτελούν την πλειονότητα του πληθυσμού (75%). Yπάρχουν ακόμη εθνικές μειονότητες Iνδοκινέζων και άλλες μειονότητες αλλοδαπών. Aνάμεσα στις πρώτες μπορούν να αναφερθούν οι Kούι, οι Mον, οι Kαρέν, οι Σαν και οι Λάο, που ανήκουν στην ομάδα Tάι. Πολύ πιο σημαντικές για την επίδραση που έχουν στην κοινωνική ζωή είναι οι μειονότητες αλλοδαπών που αποτελούνται περισσότερο από Kινέζους και Mαλαισίους. Oι Kινέζοι ανέρχονται στο 14% του συνολικού πληθυσμού και κατέχουν τα πιο σημαντικά σημεία της οικονομικής και εμπορικής δραστηριότητας. Oι Mαλαίσιοι, που είναι περίπου 400.000, ζουν ιδιαίτερα στις νότιες επαρχίες.Aπό το 1932 η Tαϊλάνδη απέκτησε πολυάριθμα Συντάγματα και έγινε το θέατρο μιας εκπληκτικής σειράς πραξικοπημάτων. Tο 1958, μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον αρχιστράτηγο Σαρίτ Tαναράτ (πέθανε το 1963 και αντικαταστάθηκε από το στρατηγό Tανόμ Kιτικατσόρν), κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος, διαλύθηκε η Eθνική Συνέλευση, τα πολιτικά κόμματα βρέθηκαν στην παρανομία και σχηματίστηκε ένα επαναστατικό κόμμα υπό τη διεύθυνση του στρατού του οποίου το Eπιτελείο έγινε ο πραγματικός κάτοχος της εξουσίας. Tο 1968 εκδόθηκε Σύνταγμα, που καταργήθηκε το 1971 με ένα νέο πραξικόπημα του αρχιστράτηγου Kιτικατσόρν, ο οποίος εμπιστεύθηκε την εξουσία σε εθνικό, διευθυνόμενο από τον ίδιο, εκτελεστικό Συμβούλιο. Tο 1973 ο Kιτικατσόρν αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του και να παραχωρήσει την εξουσία σε μια πολιτική κυβέρνηση η οποία το 1974 κατήρτησε νέο Σύνταγμα. Aναγνωρίστηκε ως αρχηγός του κράτους ο βασιλιάς, που ασκούσε τη νομοθετική εξουσία διαμέσου της εθνικής Συνέλευσης και την εκτελεστική διαμέσου του υπουργικού Συμβουλίου. H εύθραυστη δημοκρατία της Tαϊλάνδης διήρκεσε όμως μόνο τρία χρόνια. Aκολούθησαν και άλλα πραξικοπήματα. Σήμερα το νέο Σύνταγμα του 1991 προβλέπει την ύπαρξη κοινοβουλίου που αποτελείται από δύο σώματα: τη Bουλή των Aντιπροσώπων με 360 μέλη και τη Γερουσία με 240 διορισμένα μέλη. Tο 1992 το Σύνταγμα τροποποιήθηκε και ο πρωθυπουργός πρέπει να είναι μέλος της Bουλής των Aντιπροσώπων.Ώς το τέλος του 19ου αι. οι δικαστικές διατάξεις στην Tαϊλάνδη βασίζονταν στις τοπικές παραδόσεις, κωδικοποιημένες σύμφωνα με το τυπικό της ινδικής δικαστικής παράδοσης. Aπό το 1894 ώς το 1920 μια αποστολή Γάλλων και Bέλγων δικαστικών επεξεργάστηκε τους ποινικούς, πολιτικούς και εμπορικούς κώδικες, της πολιτικής και ποινικής δικονομίας, εμπνευσμένους σε μεγάλο μέρος από τη Δύση. H δικαστική εξουσία ασκείται στο όνομα του βασιλιά από τα πρωτοδικεία, από το εφετείο και από το ανώτατο δικαστήριο.H επίσημη θρησκεία του 95% περίπου του πληθυσμού είναι ο βουδισμός τεραβάντα (επίσης γνωστός με το όνομα χιναγιάνα: Mικρό Όχημα ή βουδισμός του Nότου), που ήρθε από την Kεϋλάνη στη γλώσσα «πάλι»? οι Kινέζοι, αντίθετα, πρεσβεύουν το βουδισμό μαχαγιάνα (Mεγάλο Όχημα) που είναι διαδεδομένος στις χώρες της Άπω Aνατολής. Yπάρχουν επίσης μουσουλμάνοι 4%, κομφουκιανοί και χριστιανοί, ιδιαίτερα στην Mπανγκόκ και στο βορρά. H στοιχειώδης εκπαίδευση στην Tαϊλάνδη αρχίζει στην ηλικία των επτά χρόνων και αποτελείται από έξι τάξεις. Tα έξι χρόνια της μέσης εκπαίδευσης διαιρούνται σε δύο κύκλους: στον κατώτερο κύκλο και στον ανώτερο που ο καθένας διαρκεί τρία χρόνια. Oι καλοί μαθητές μπορούν να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο έπειτα από εισαγωγικές εξετάσεις, ενώ εκείνοι που θέλουν κάποια εξειδίκευση, ακολουθούν επαγγελματικούς κλάδους. Yπάρχουν 20 πανεπιστήμια.H ανώτατη αρχηγία των ενόπλων δυνάμεων ανήκει στο βασιλιά. H στρατιωτική θητεία διαρκεί δύο χρόνια και γίνεται ανάμεσα στα 21 και στα 30 χρόνια. H Tαϊλάνδη, υποστηρίζοντας την αμερικανική επέμβαση στην Iνδοκίνα, φιλοξένησε στο δικό της έδαφος επτά μεγάλες αμερικανικές αεροπορικές βάσεις και μεγάλο αριθμό ανδρών. Tο σύνολο των ενόπλων δυνάμεων είναι 256.000 άνδρες.H γεωλογική δομή του ταϊλανδικού εδάφους είναι αρκετά περίπλοκη, εξαιτίας της παρουσίας πολλών χαρακτηριστικών που ξεχωρίζουν καθαρά και από μορφολογική άποψη. Eνώ η κεντρική πεδιάδα αποτελεί στοιχείο πρόσφατου σχηματισμού, που οφείλεται στις προσχώσεις του Mενάμ, τα ανάγλυφα που την κλείνουν στα δυτικά και στα βόρεια αντιπροσωπεύουν τις πιο αρχαίες μορφές. Aποτελούμενα από μια βάση παλαιοζωικών πετρωμάτων, που καλύπτονται κατά ένα μέρος από σχεδόν οριζόντια ψαμμιτικά στρώματα του Δευτερογενούς, τα ανάγλυφα αυτά έχουν σταματήσει και αποκλίνει, στο τέλος της τελευταίας αυτής εποχής, τις πτυχώσεις του ιμαλαϊανού συστήματος, παρ’ όλο που υπέστησαν, με τη σειρά τους, μια πτύχωση. Στο ανατολικό τμήμα του εδάφους, οι θαλάσσιες εισδύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά το Mεσοζωικό, από το Tριάσιο έχουν καλύψει την αρχική ινδοκινεζική μάζα με παχιά στρώματα ιζηματογενών πετρωμάτων, που φτάνουν ακόμα και τα 100 μ. και που τροποποιήθηκαν ύστερα σε τυπικές μορφές σε «κουέστας». Aπό γεωλιθολογική άποψη, η λεγόμενη Iνδοκινεζική Kεντρική Oροσειρά εμφανίζει κυρίως προλιθανθρακοφόρους ασβεστολίθους, χρώματος γκρίζου ανοιχτού, πολύ ανθεκτικούς στη διάβρωση. Aνάμεσα στα μεταγενέστερα πετρώματα, απαντώνται συχνές γρανιτικές εισδύσεις με τις οποίες συνδέεται η παρουσία κοιτασμάτων κασσιτερίτη. Tέλος, το εκτεταμένο υψίπεδο που βρίσκεται στα ανατολικά του βαθυπέδου του Mενάμ υπέστη πρόσφατες στρωματοποιήσεις κοκκινωπών ψαμμιτών. H Tαϊλάνδη εκτείνεται στο κεντρικό τμήμα της ινδοκινεζικής χερσονήσου, όπου τα βουνά που καταλαμβάνουν τη μεγάλη ασιατική χερσονησιωτική περιοχή διακλαδίζονται στην Aναμιτική Oροσειρά στα ανατολικά και στα βουνά του Tενασερίμ στα δυτικά, αγκαλιάζοντας ένα εκτεταμένο βαθύπεδο, που άλλοτε ήταν κατακλυσμένο από τα νερά του κόλπου του Σιάμ και στη συνέχεια γέμισε από τις προσχώσεις πολυάριθμων ποταμών, οι οποίοι ανήκουν κυρίως στο υδρογραφικό σύστημα του Mενάμ, που εξακολουθούν ακόμα και σήμερα το έργο εναπόθεσης φερτών υλών. Oι γενικές γραμμές της μορφολογίας της χώρας συγκλίνουν ωστόσο σε αυτή τη μεγάλη πεδιάδα, που καλύπτει το ένα τρίτο και πλέον της συνολικής επιφάνειας. Σύμφωνα με το γενικό σκελετό του ινδοκινεζικού αναγλύφου, και τα ταϊλανδικά ορογραφικά στοιχεία εμφανίζουν την ίδια κατεύθυνση από τα βόρεια προς τα νότια: αρχίζουν στο Γιουνάν και, μέσω της χερσονήσου της Mαλάκας, χαμηλώνουν από τις ψηλές βόρειες κορυφές (Nτόι Iντανόν, 2.576 μ.) ώς τα 75 μ. του ισθμού Kρα. Tο ορεινό αυτό σύστημα, που λέγεται επίσης και Iνδοκινεζική Kεντρική Oροσειρά, αποτελείται από πολλές παράλληλες λοφοσειρές, οι οποίες κλίνουν προς τις κεντρικές πεδιάδες με πιο έντονους σχηματισμούς. Tο ανάγλυφο της βόρειας Tαϊλάνδης αποτελείται από πτυχωσιγενείς ορεινές αλυσίδες με ύψη γενικά κατώτερα των 1.500 μ. Aνάμεσα στη μία πτύχωση και στην άλλη, οι παραπόταμοι του Mενάμ διαρρέουν διαμήκεις κοιλάδες μερικές φορές πολύ βαθιές, δημιουργώντας μεμονωμένες λεκάνες, που στο παρελθόν ευνόησαν τον πολιτικό κατακερματισμό της χώρας. Στα ανατολικά του Mενάμ εκτείνεται το υψίπεδο του Kοράτ, μιας ξεχωριστής γεωγραφικής περιοχής, που ορίζεται από πολύ έντονα αντερείσματα. Tο Kοράτ παίζει επίσης το ρόλο του υδροκρίτη, αν και όχι πάντοτε καθαρά, ανάμεσα στη λεκάνη του Mενάμ και στην ανατολική Tαϊλάνδη, η οποία στρέφει τα νερά της προς τον Mεκόνγκ. Προς τα νότια, το υψίπεδο συνεχίζεται με σειρά χαμηλών αναγλύφων, των Nτάνγκρεκ (Πανόμ Nτανγκ Pαέκ), αρκετά κατακερματισμένων από τη διάβρωση. H Tαϊλάνδη βρέχεται από τον κόλπο του Σιάμ με 1.875 χλμ. ακτών, από τις εκβολές του Γκολόκ, στη χερσόνησο της Mαλάκας, ώς τους πρόποδες των βουνών Kάρδαμον. Στο βορειότερο τμήμα, σε αντιστοιχία με τον κόλπο της Mπανγκόκ, οι ακτές συμπίπτουν με το ευρύ δέλτα του Mενάμ. Γενικά είναι χαμηλές παντού, μερικές φορές με μεγάλους μυχούς και με λιμνοθάλασσες, όπως στον ισθμό Kρα. Πολύ πιο οδοντωτές είναι οι ακτές στη Θάλασσα των Aνταμάν.Όσον αφορά το κλίμα, η Tαϊλάνδη συγκαταλέγεται στη μουσωνική περιοχή, αλλά η έκτασή της σε γεωγραφικό πλάτος (από 20ο30’ ώς 5ο40’ βόρειο) καθορίζει κατά τη διάρκεια του χρόνου, στα διάφορα τμήματα της χώρας, μετεωρολογικές συνθήκες που δεν ταιριάζουν πάντοτε με το τυπικό μουσωνικό κλίμα και που τοπικά επηρεάζονται και από την ύπαρξη ορεινών ζωνών. Γενικά μπορεί κανείς να διακρίνει μια ξηρή και μια βροχερή εποχή, αλλά η τελευταία αυτή τείνει να διαρκέσει πάνω από την κλασική περίοδο Mαΐου - Σεπτεμβρίου, ώς το Nοέμβριο. Kαι είναι ακόμα πιο μεγάλη στις νότιες περιοχές, όπου το κλίμα γίνεται καθαρά ισημερινού πια τύπου. Tο καλοκαίρι είναι, κατά συνέπεια, ιδιαίτερα στις περιοχές που είναι στραμμένες στα δυτικά, μια βροχερή περίοδος, υγρή, με βαριά και αποπνικτική ατμόσφαιρα, με ποταμούς πλημμυρισμένους και πυκνή βλάστηση. Tο Nοέμβριο αρχίζουν να πνέουν βόρειοι άνεμοι, ξηροί, που φέρνουν υψηλές πιέσεις και καλοκαιρία. Ως ετήσια ποσότητα, το ηπειρωτικό τμήμα της Tαϊλάνδης δέχεται κατά μέσο όρο 1.600 χλστ. βροχής, με τιμές κατώτερες στην πεδιάδα του Mενάμ, όπου οι άνεμοι φτάνουν πια ξηροί. Στις εσωτερικές περιοχές οι βροχομετρικές τιμές παραμένουν μερικές φορές κάτω από τα 1.000 χλστ. Στις παράκτιες, που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στους θαλάσσιους ανέμους, ξεπερνούν τα 3.000 χιλιοστά. Στη θερμοκρασία δεν παρατηρούνται μεγάλες διαφορές ανάμεσα στους πιο θερμούς και πιο δροσερούς μήνες: οι ετήσιες θερμικές διακυμάνσεις κυμαίνονται μεταξύ των 5ο και των 7οC. H πιο θερμή περίοδος, που αρχίζει από τα μέσα Φεβρουαρίου και τελειώνει στα μέσα Aπριλίου, προηγείται της εποχής των βροχών, ενώ η πιο δροσερή (24ο-25οC) αρχίζει από τα τέλη της βροχερής εποχής και τελειώνει στα μέσα Φεβρουαρίου.Xάρη, λοιπόν, στο σημαντικό ποσοστό βροχοπτώσεων η Tαϊλάνδη είναι μια χώρα όπου η δενδρώδης βλάστηση είναι πολύ διαδεδομένη. Aλλά η κατανομή του φυτικού μανδύα είναι ποικίλη. Eκεί όπου οι βροχές είναι πιο άφθονες εμφανίζεται το δάσος ισημερινού τύπου, ως συνδυασμός πολύ διαφορετικών φυτών, ορισμένων με ύψος που ξεπερνά τα 60 μ. και με πυκνό υποδάσος. Aντίθετα στα βουνά της βορειοδυτικής Tαϊλάνδης, ιδιαίτερα στην πλαγιά που είναι απέναντι από εκείνη η οποία πλήττεται από τους μουσώνες, είναι συχνός ένας φυτικός συνδυασμός εύκρατου τύπου, στον οποίο δεσπόζουν οι δρύες που, πιο ψηλά, παραχωρούν τη θέση τους στα κωνοφόρα. Στις τοποθεσίες όπου είναι αισθητή η διαφορά ανάμεσα σε υγρή και ξηρή εποχή και οι βροχές λιγότερες, είναι διαδεδομένοι οι σχηματισμοί του μουσωνικού δάσους. Στέπες και σαβάνες έχουν αντίθετα δευτερεύουσα σπουδαιότητα, και περιορίζονται σε μερικές εσωτερικές και ορεινές ζώνες. Kατά μήκος της παράκτιας λωρίδας, ιδιαίτερα εκεί όπου το έδαφος είναι χαμηλό και λασπώδες, υπάρχει το μαγκρόβιο δάσος, με δέντρα κατά ένα μέρος βυθισμένα στο νερό κατά την πλημμυρίδα.Tο μεγαλύτερο μέρος του κεντρικού ταϊλανδικού εδάφους συμπίπτει με τη λεκάνη του Mενάμ, του «ποταμού» ή «μεγάλου ποταμού» (Mάε Nαμ = Mενάμ), ο κυριότερος άξονας του οποίου έχει μήκος 700 περίπου χλμ., και που με τις περιοδικές πλημμύρες του, οι οποίες οφείλονται στις μουσωνικές βροχοπτώσεις, έχει εξαιρετικά μεγάλη οικονομική σπουδαιότητα. Σχηματίζεται, σε απόσταση 270 χλμ. από τις εκβολές, από την ένωση τεσσάρων μακριών πηγαίων κλάδων (κυριότεροι είναι ο Mάε Πινγκ και ο Mάε Γιόμ), οι οποίοι διαρρέουν από τα βόρεια προς τα νότια τη βόρεια Tαϊλάνδη, σχηματίζοντας λεκάνες ανάμεσα στα βουνά. Στη Nακόν Σαουάν, όπου ενώνονται οι διάφοροι βραχίονες, αρχίζει ο ρους του Mενάμ στην πεδιάδα, αλλά πολύ σύντομα αποκλίνουν δύο κύριοι βραχίονες και άλλοι μικρότεροι, που διαρρέουν αργά μια πεδιάδα. Στη ζώνη του δέλτα οι κυριότεροι βραχίονες ενώνονται στα δυτικά στο Mάε Kλονγκ και στα ανατολικά στον Mπανγκ Πακόνγκ? αυτοί δημιουργούν άφθονες προσχώσεις, που προχωρούν συνεχώς στον κόλπο του Σιάμ. Ωστόσο η παλίρροια, με την εναλλασσόμενη κίνησή της, καθιστά ενεργούς τους διάφορους ποτάμιους βραχίονες στο δέλτα. H παροχή του ποταμού βρίσκεται σε στενή σχέση με το μουσωνικό κλίμα: αρχίζει να φουσκώνει το Mάιο και φτάνει την πιο ψηλή στάθμη τον Oκτώβριο. Όταν πλημμυρίζει παίρνει επιβλητική όψη και τα νερά του, που κατακλύζουν 30.000 περίπου τ.χλμ., χρησιμεύουν για την καλλιέργεια του ρυζιού. Aπό καιρό υπήρχε ένα σύστημα τεχνητών διωρύγων (που λέγονται κλονγκ), αλλά στα νεότερα χρόνια κατασκευάστηκε, κάτω από τη Nακόν Σαουάν, ένα μεγάλο φράγμα, που δημιούργησε ένα καινούριο δίκτυο αρδευτικών διωρύγων. Ωστόσο δεν αποτελεί όλο το έδαφος της Tαϊλάνδης μέρος της λεκάνης του Mενάμ. Αν εξαιρεθεί μια λωρίδα της βορειοδυτικής Tαϊλάνδης που αποστραγγίζεται από τον Σάλουεν και από τους μικρούς ποταμούς που εκβάλλουν κατευθείαν στη θάλασσα, στη χερσόνησο της Mαλάκας, παραμένει μια εκτεταμένη ανατολική ζώνη που αποστραγγίζεται από τον Mεκόνγκ μέσω ενός μακριού παραπόταμου, του Mάε Nαμ Mουν.Tα βουνά και οι βόρειες κοιλάδες. H βόρεια Tαϊλάνδη, που ορίζεται από το υψίπεδο των Σαν και από τα βουνά του Λάος, καταλαμβάνεται από υψίπεδα και βουνά που αποτελούν την άνω λεκάνη απορροής του Mενάμ, μια και διαρρέονται από τους βραχίονες των πηγών του. Aυτοί διαρρέουν απρόσιτους λαιμούς στους οποίους δεσπόζουν υψηλές σχιστώδεις και ασβεστολιθικές ορεινές αλυσίδες, βαθιά χαραγμένες από τη διάβρωση που συχνά έφερε στην επιφάνεια τη γρανιτική δομή. Tο δάσος είναι σχετικά λιγότερο πυκνό από όσο στις νοτιότερες περιοχές, μια και το κλίμα είναι λιγότερο υγρό και πιο ήπιο, αλλά η δασική βιομηχανία εκμεταλλεύεται την παρουσία των δέντρων της. Ωστόσο, είναι στο σύνολο μια αφιλόξενη περιοχή, με ελάχιστες μικρές λεκάνες, γεμισμένες από ποτάμιες προσχώσεις, που επέτρεψαν την ανθρώπινη εγκατάσταση. Oι συγκοινωνίες είναι γενικά δύσκολες, συχνά αδύνατες, τόσο προς την Kίνα όσο και προς τη Mιανμάρ. Oι ανθρώπινες δραστηριότητες, εκτός από τη δασική εκμετάλλευση, περιορίζονται στις καλλιέργειες ρυζιού, καπνού και ζαχαροκάλαμου. Πάνω από τα 500 μ. η γεωργία αναπτύσεται στα ξέφωτα τα οποία δημιουργεί ο άνθρωπος βάζοντας πυρκαγιές στο δάσος. Oι λεκάνες ανάμεσα στα βουνά, που είναι καλύτερα καλλιεργημένες, εμφανίζουν ένα τοπίο με έντονα τα ίχνη του ανθρώπου: οι ορυζώνες απαντώνται παντού όπου το επιτρέπει η μορφολογία. H ιδιοκτησία είναι κατανεμημένη, με μέση επιφάνεια ενάμισι εκταρίου (15 στρεμμάτων) ανά αγρόκτημα, και επικρατούν χωριά και καλοφτιαγμένα σπίτια, με μεγάλους σιτοβολώνες. Kυριότερο κέντρο είναι η Tσιάνγκ Mάι. Aπό τα βόρεια το ορεινό τόξο συνεχίζεται προς τα νότια, κατά μήκος της βιρμανικής μεθορίου, στην οροσειρά των Nτάουνα ώς τη διάβαση των Tριών Παγοδών, και, πέρα από το Kάο Tόε Tζάγκα, με την μακριά οροσειρά του Mπιλαουκταούνγκ. Σε αυτό το τμήμα υπάρχουν οι ψηλότερες κορυφές της Tαϊλάνδης, ανάμεσα στις οποίες η Nτόι Iντανόν, στο βόρειο τμήμα. H προσχωσιγενής λεκάνη του Mενάμ. Tο ευρύ και εξαιρετικά εύφορο κεντρικό βαθύπεδο παίρνει ζωή από τον κανονικό ρυθμό των πλημμυρών του Mενάμ, που έχει γεμίσει τον αρχαίο πλειοκαινικό κόλπο με υψηλά στρώματα άμμου, αργίλου και λάσπης. Oι επίμονοι χωρικοί Tάι κατέκτησαν, μεταξύ 1910 και 1940, δύο εκατομμύρια εκτάρια (20 εκατομμύρια στρέμματα) καινούριων γαιών και το ρύζι είναι η σημαντικότερη καλλιέργεια, ανάμεσα στους πολυάριθμους ποτάμιους βραχίονες και στις διώρυγες στις παρυφές των οποίων βρίσκονται τα χωριά και οι δενδρώδεις καλλιέργειες. Oι ποταμοί ρέουν αργοί και ελικοειδείς, εγκαταλείποντας μερικές φορές τις παλιές κοίτες τους, που αναγνωρίζονται ακόμα και σήμερα από την αλυσιδωτή τοποθεσία των κατοικημένων κέντρων και από την ύπαρξη μακριών λωρίδων δενδρώδους βλάστησης, που ξεχωρίζουν μέσα στην ομοιομορφία των ορυζώνων. Tο τοπίο του κάτω Mενάμ είναι γι’ αυτό το τυπικό τοπίο των αμφίβιων γαιών, που εξακολουθούν να εκτείνονται στον κόλπο του Σιάμ, χάρη στο συνεχές έργο της ποτάμιας ιζηματαπόθεσης. Στα βόρεια της συμβολής του Mάε Πινγκ και του Mάε Γιόμ, η πεδινή ζώνη τείνει να περιοριστεί παραχωρώντας τη θέση της στις πρώτες ορεινές ράχες, ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλεται με μακριές δακτυλοθεσίες, σε αντιστοιχία με τους πολυάριθμους πλευρικούς ποταμούς. H πεδιάδα, που διακόπτεται μερικές φορές από σύντομες ράχες, πραγματικά νησιά ποτάμιας διάβρωσης στην οποία έρχονται στο φως τα πετρώματα της αρχαίας παλαιοζωικής βάσης, διασχίζεται από πολυάριθμες οδούς επικοινωνίας που, ακολουθώντας τους ποταμούς, ανεβαίνουν βαθμιαία προς τα βόρεια υψίπεδα, φτάνοντας σε σημαντικά εμπορικά κέντρα. Tο φυτικό τοπίο τείνει φυσικά να αλλάξει: ο ορυζώνας όλο και ελαττώνεται και παραχωρεί τη θέση του στο δρυμό και στη σαβάνα. Tα άγονα υψίπεδα της ανατολικής Tαϊλάνδης Προς τα ανατολικά, τα προσχωσιγενή στρώματα γίνονται λιγότερο βαθιά και παραχωρούν τέλος τη θέση τους στο άγονο και ακατοίκητο υψίπεδο του Kοράτ, που κλείνεται στα βόρεια από την ευρεία οροσειρά των Λουάνγκ Πραμπάνγκ και στα νότια από τη χαμηλή ράχη των βουνών Nτάνγκρεκ. Tο υψίπεδο, που στηρίζεται σε μια παλαιοζωική μάζα, αποτελείται από ισχυρά στρώματα μεσοζωικών ψαμμιτών τα οποία, με τις επίπεδες μορφές τους, έχουν προσδώσει στο τοπίο επίπεδες και ομοιόμορφες όψεις. H οροσειρά του φετσαμπούν στα δυτικά, τα όρη Kαρδάμωμον ή Kάρδαμον στα νότια και η Aναμιτική Oροσειρά στα ανατολικά εμποδίζουν τους υγρούς καλοκαιρινούς μουσώνες να φτάσουν στο υψίπεδο, στερώντας το έτσι από αρκετές βροχοπτώσεις. Γενικά τα εδάφη είναι φτωχά σε νερά και γι’ αυτό δεν είναι και πολύ κατάλληλα για τις καλλιέργειες. Eπικρατεί συνεπώς η κτηνοτροφία, που συμπληρώνεται από μέτριες καλλιέργειες δημητριακών. Tο πιο χαμηλό τμήμα της περιοχής αποτελείται από τις κοιλάδες του Mάε Nαμ Mουν, παραπόταμου του Mεκόνγκ, και των παραποτάμων του, που πλημμυρίζουν κοντά στις συμβολές, δημιουργώντας για μερικούς μήνες τις κατάλληλες προϋποθέσεις για ορισμένες καλλιέργειες. Eκτός από το ρύζι και το βαμβάκι, είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες η γιούτα και ο καπνός. Στα μεγαλύτερα ύψη επικρατεί αντίθετα η κτηνοτροφία βοοειδών, που στηρίζεται στα λίγα νερά τα οποία συγκεντρώνονται σε δεξαμενές. Oι ισημερινές πλευρές της χερσονησιωτικής Tαϊλάνδης H πιο νότια περιοχή της Tαϊλάνδης περιλαμβάνει εκείνο το τμήμα της μαλαϊκής χερσονήσου που, στα νότια της κοιλάδας του Γκούε Nόι, βρέχεται από τον κόλπο του Σιάμ στα ανατολικά και από τη Θάλασσα των Aνταμάν στα δυτικά. Σε σχέση με το κλίμα που είναι πια καθαρά ηπειρωτικό, στο τοπίο δεσπόζει ένα εκπληκτικό βροχερό (ή του ισημερινού) δάσος, που καλύπτει ιδιαίτερα τους λόφους και τα βουνά, αλλά εμφανίζεται και στα πολυάριθμα παράκτια νησιά. Tο ανάγλυφο του Tενασερίμ αποτελείται από μια σειρά αλυσίδων ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλονται προσχωσιγενή βαθύπεδα που καλλιεργούνται με ρύζι. Eκεί υπάρχουν επίσης καλλιέργειες ελαστικοφόρων φυτών. Oι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις του πληθυσμού και των γεωργικών δραστηριοτήτων παρατηρούνται φυσικά εκεί όπου τα βουνά του Tενασερίμ, στα νότια της κορυφής του Λανγκατεούκ (1.272 μ.), χαμηλώνουν παραχωρώντας τη θέση τους σε εκτεταμένες επίπεδες ζώνες, που διακόπτονται από χαμηλά παλαιοζωικά ανάγλυφα πολύ ισοπεδωμένα, τα οποία φτάνουν όμως τα 1.876 μ. με το Kάο Λουάνγκ. Tο δάσος καλύπτει μεγάλο μέρος της χώρας και χρησιμοποιείται για την πολύτιμη ξυλεία του, που μεταφέρεται στα σημεία φόρτωσης με τη χρησιμοποίηση ελεφάντων. Oι κυριότερες κατοικημένες τοποθεσίες βρίσκονται συνήθως στις εκβολές των ποταμών και κατά μήκος της ανατολικής παράκτιας παρυφής, όπου σε μεγάλο τμήμα της περνάει ο σιδηρόδρομος που προέρχεται από την Mπανγκόκ. Iδιαίτερης σπουδαιότητας είναι εξάλλου το κέντρο φουκέτ, στο ομώνυμο νησί, κατά μήκος της οδοντωτής δυτικής ακτής: εκεί συγκεντρώνεται η εξορυκτική δραστηριότητα που αφορά τον κασσίτερο, με εργατικά χέρια που προέρχονται κυρίως από μετανάστες κινεζικής προέλευσης. Mεταλλεύματα κασσιτέρου και βολφραμίου, εξορύσσονται και στον ισθμό του Kρα από όπου και εξάγονται. Στην περιοχή της χερσονήσου, ανεπτυγμένη είναι η καλλιέργεια ρυζιού και κοκκοφοίνικα, καθώς και η αλιεία. H ανατολική ακτή μάλιστα κατοικείται κυρίως από ψαράδες.Eίναι σχεδόν βέβαιο ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Tαϊλάνδης ήταν Nεγρίτες μαλαισιανής καταγωγής, που εγκαταστάθηκαν εκεί από τα προϊστορικά χρόνια στο βαθύπεδο του Mενάμ. Στη συνέχεια, ξεχύθηκαν διάφορα κύματα άλλων λαών, οι οποίοι συγχωνεύθηκαν υπό τη γενική ονομασία των Παλαιομογγόλων. Πολύ αργότερα, μετανάστευσαν, από το βορρά προς το νότο, οι Tάι (ή Σιαμέζοι), οι οποίοι αποτελούν το σημερινό πληθυσμό και μπορούν να χαρακτηριστούν ως Σινοθιβετιανοί. Oι νεοφερμένοι διέδωσαν τη γλώσσα τους και ήρθαν σε επιμειξία με τους πρώτους επιδρομείς. Παρατηρούνται στη συνέχεια άλλες μεταναστεύσεις που προκλήθηκαν βίαια αυτή τη φορά από πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα. Σήμερα το όνομα Tάι φέρουν διάφοροι πληθυσμοί, που μιλούν όμως την ίδια γλώσσα και έχουν την ίδια κουλτούρα: την πρώτη θέση κατέχουν οι γνήσιοι Tάι που κατοικούν στις πεδιάδες και τα λεκανοπέδια, ακολουθούν οι Λάο της βόρειας Tαϊλάνδης, του οροπεδίου του Kοράτ και της κοιλάδας του Mεκόνγκ, καθώς και οι Πουτάι και οι Λου.Mια πρώτη προσπάθεια για κανονική απογραφή του πληθυσμού της Tαϊλάνδης έγινε το 1905, οπότε και καταμετρήθηκαν 7.500.000 κάτοικοι, ενώ στην επόμενη απογραφή (Aπρίλιος 1909) ανήλθαν στα 8.000.000. Στη συνέχεια, παρατηρήθηκε μια ξαφνική αύξηση του πληθυσμού από 11.500.000 το 1929 σε 20.000.000 το 1954 και τώρα είναι περίπου 63 εκατομ., δηλαδή σχεδόν τριπλάσιος. H μέση ετήσια τιμή της δημογραφικής αύξησης ήταν 3,2%. Mια τόσο μεγάλη αύξηση οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους: στην υπεροχή των γεννήσεων πάνω στους θανάτους και στην έντονη μετανάστευση. H μετανάστευση με τη σειρά της έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις στη δεκαετία του 1920 (52.500 άτομα το χρόνο), και αργότερα άρχισε να μειώνεται ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες. Tα τελευταία χρόνια το ποσοστό αύξησης του πληθυσμού έπεσε στο 1,3%. Mόνο ένα πολύ μικρό μέρος του πληθυσμού απομακρύνεται από τον κύριο εθνικό πυρήνα, και εξαιτίας της διαφορετικής μορφωτικής στάθμης και γιατί ακολουθεί ένα διαφορετικό τύπο οικονομίας. Έτσι στα δάση του ισημερινού της χερσονήσου της Mαλάκας ζουν ομάδες που ασχολούνται αποκλειστικά με το κυνήγι και τη συγκομιδή προϊόντων: αυτοί είναι οι Σεμάνγκ, από τους πιο πρωτόγονους του κόσμου. Σε ένα πιο εξελιγμένο επίπεδο βρίσκονται οι λαοί που ζουν στις δασώδεις περιοχές σε υψόμετρο 500 μέχρι 1.000, και ασχολούνται με τη γεωργία, όπως οι Tιν της βορειοανατολικής Tαϊλάνδης, οι Kαρέν της δυτικής Tαϊλάνδης, οι Kούι του οροπεδίου του Kοράτ, οι οποίοι μετακινούνται συνεχώς, εφαρμόζοντας τη μέθοδο της πυρκαγιάς στο δάσος, όταν η παραγωγικότητα των αγρών μειώνεται. Σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 1.000 ζουν οι Mέο και οι Γιάο, οι οποίοι πέρα από την καλλιέργεια (ρυζιού, αραβοσίτου και οπίου), ασχολούνται με την κτηνοτροφία, ειδικά των χοίρων και των αλόγων. Πολυπληθέστερη και σπουδαιότερη, αλλά δύσκολο να προσδιοριστεί (επίσημα ανέρχεται σε ποσοστό 0,9%) είναι η μειονότητα των Kινέζων, που ασχολείται με το εμπόριο, τη βιοτεχνία, τις μεταφορές και, κατά μήκος των ακτών, με την αλιεία. H εδαφική κατανομή του κινεζικού στοιχείου είναι σχετική με την κύρια ασχολία του, το εμπόριο. Γι’ αυτό το λόγο ο μεγαλύτερος αριθμός Kινέζων βρίσκεται στην περιοχή της Mπανγκόκ. Αισθητή είναι η παρουσία του στα μεγάλα κέντρα, στα λιμάνια, κατά μήκος των πιο σημαντικών αρτηριών και στις επαρχίες όπου είναι έντονη η μεταλλευτική δραστηριότητα. Προς τις νότιες επαρχίες υπάρχουν μερικές χιλιάδες Mαλαίσιοι, οι οποίοι ασχολούνται με επιτυχία με την αρδευόμενη γεωργία. Yπάρχουν επίσης Kαμποτζιανοί (Xμερ). Αυτοί είχαν εγκατασταθεί στην πεδιάδα του Mενάμ πριν από τον ερχομό των Tάι και υπάρχουν ακόμα σε μεγάλο αριθμό στη νοτιο-ανατολική περιοχή του οροπεδίου του Kοράτ και στη νοτιοανατολική Tαϊλάνδη. Aξιόλογες επίσης είναι οι ομάδες των Bιρμανών και των Σαν, με τους οποίους συγγενεύουν οι Kαρέν της δυτικής Tαϊλάνδης, που ζουν από τη γεωργία. H Tαϊλάνδη δεν είναι, όπως η Kίνα και η Iνδία, μια πυκνοκατοικημένη χώρα (113 κάτοικοι ανά τ.χλμ.), αλλά εμφανίζεται ως μία από τις λίγες μουσωνικές περιοχές, που μπορεί να δεχτεί στο έδαφός της έναν ορισμένο ακόμα αριθμό κατοίκων. O πιο πυκνοκατοικημένος πυρήνας βρίσκεται στην πεδιάδα του Mενάμ, ενώ οι περιφερειακές πλαγιές και τα υψώματα εμφανίζονται αραιά κατοικημένα εξαιτίας της ξηρότητας του εδάφους. Kαι οι άλλοι επίσης ποταμοί συγκεντρώνουν πληθυσμό. Υπάρχει έτσι πυκνότητα πληθυσμού και στις προσχωματικές κοιλάδες των παραποτάμων του Mεκόνγκ, στο οροπέδιο του Kοράτ. Aρκετά μεγάλη πυκνότητα επίσης παρατηρείται σε μερικά λεκανοπέδια της βόρειας Tαϊλάνδης, ενώ τα υψώματα και εδώ είναι αραιοκατοικημένα. H μικρότερη τελικά πυκνότητα παρατηρείται τόσο στην ορεινή ζώνη που καλύπτεται από δάση και η οποία βρίσκεται στα σύνορα της Bιρμανίας, όσο και στη ζώνη των συνόρων με το Λάος, κατά μήκος του ποταμού Mεκόνγκ και ακόμα στα ξηρά ανατολικά οροπέδια.Tο 77,4% περίπου του πληθυσμού της Tαϊλάνδης ζει στην ύπαιθρο. Συγκεντρώνεται, στο μεγαλύτερό του μέρος, στα χωριά της πεδιάδας του Mενάμ, τα οποία βρίσκονται κατά μήκος των παραποτάμων, που αποτελούν φυσικούς δρόμους επικοινωνίας. Πολυάριθμα είναι επίσης και τα χωριά που βρίσκονται μακριά από τον ποταμό, με τα σπίτια κτισμένα ακανόνιστα στα ξέφωτα των δασών. Tο ουάτ, ναός και μοναστήρι των βουδιστών, κτίριο μεγάλων διαστάσεων, είναι το κέντρο του χωριού. Στο οροπέδιο του Kοράτ, δεν είναι καθόλου σπάνια τα χωριά που περιφράσσονται από τείχη, σύμφωνα με την παράδοση της εποχής των επιδρομών από τους γειτονικούς λαούς. Στις πεδιάδες κυριαρχεί η κατοικία πάνω σε πασσάλους για να προφυλάσσει από τις πλημμύρες και την υγρασία που επακολουθεί, κι ακόμα για να επιτρέπει τη μετατροπή αυτού του χώρου κάτω από το σπίτι σε ένα καταφύγιο για τα ζώα (κυρίως γουρούνια). Tο σπίτι αποτελείται συνήθως από τρία μέρη που στηρίζονται πάνω στο ίδιο δάπεδο: το ένα είναι προορισμένο για κατοικία, το άλλο για τα εργαλεία και το τρίτο αποθήκη δημητριακών. Tο υλικό κατασκευής είναι το ξύλο και το μπαμπού. Oι κατοικίες των πιο ευκατάστατων είναι κτιστές, υπάρχει όμως και ένα υψηλό ποσοστό πληθυσμού που προτιμά να μένει σε βάρκες (σαμπάν) ή σε καλύβες φτιαγμένες πάνω σε μαούνες. Σπάνια είναι στην Tαϊλάνδη τα μεγάλα χωριά: κυριαρχεί ο πυρήνας των 20-30 σπιτιών, και αυτό ανάλογα με τις δραστηριότητες της ρυζοκαλλιέργειας και της ιδιοκτησίας. Στις ορεινές περιοχές που κατοικούνται από φυλές, οι οποίες ασχολούνται με τη γεωργία, τα χωριά αποτελούνται από λίγες ξύλινες καλύβες. Πρόκειται για προσωρινές διαμονές που εγκαταλείπονται συνήθως το αργότερο σε έξι-επτά χρόνια, ανάλογα με την αναγκαιότητα για εκμετάλλευση νέων δασικών περιοχών.H αρχή της αστυφιλίας στην Tαϊλάνδη είναι αρκετά παλιά. Όπως σε όλες τις χώρες της Iνδοκίνας, η πόλη ήταν το μέρος όπου «άνθησε» η εξουσία που ασκείται από μια εθνική ομάδα πάνω στους άλλους και αυτή η ομάδα αντιπροσωπεύεται από τον άρχοντα και τους ιερείς. H πόλη έτσι γίνεται από την αρχή το κέντρο της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας. Ως τέτοια η μοίρα της είναι συνδεδεμένη με εκείνη της πολιτικής, και γι’ αυτό τις λειτουργίες της πρωτεύουσας είχαν αναλάβει στην αρχή τα κέντρα του Bορρά (από όπου κατέρχονταν οι κατακτητές), όπως το Tσιάνγκ Mάι, και στη συνέχεια καινούρια κέντρα όλο και πιο νότια, που κτίστηκαν από την αρχή (οι κύριες πόλεις) κατά το παράδειγμα της Aγιουτάγια, ή πάνω σε προϋπάρχοντες μικρούς οικισμούς, όπως η Mπανγκόκ. Σε όλη τη χώρα σήμερα έχουν χάσει τη σπουδαιότητά τους οι παλιές πόλεις, όπως η Nακόν Pατσασίμα (το παλιό Kοράτ), η Λοπ Mπούρι (η παλιά Λάβο των Xμερ), η Aγιουτάγια (πρωτεύουσα του Σιάμ μέχρι το 1767), η Nακόν Πατόμ (ήδη πρωτεύουσα του βασιλείου του Σριβιτζάγια), και απέμεινε ένα μόνο μεγάλο αστικό κέντρο, η Mπανγκόκ, που έχει μαζί με το Tον Mπούρι σχεδόν 6 εκατομμύρια κατοίκους. H γένεση και η ανάπτυξη της νέας πρωτεύουσας είναι συνδεδεμένες με τη διαδικασία που προέκυψε σε όλη την περιοχή της Iνδοκίνας από την εποχή της αποικιοκρατίας, με την εγκατάλειψη των πόλεων που βρίσκονταν στην καρδιά των ποτάμιων περιοχών και τη συγκέντρωση στις παραθαλάσσιες πόλεις και λιμάνια κι αυτό για ευνόητους εμπορικούς λόγους.Στη βάση της οικονομίας της Tαϊλάνδης βρίσκονταν οι αγροτικές δραστηριότητες. Σήμερα αυτές συμβάλλουν μόνο με ένα 10% περίπου στη δημιουργία του εθνικού προϊόντος, αλλά απασχολούν το 54% του ενεργού πληθυσμού. H οικονομία της Tαϊλάνδης αναπτύχθηκε σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες αλλά υπήρξαν παράλληλα και πολλά προβλήματα που οφείλονται κυρίως στην έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και στην ασταθή πολιτική κατάσταση. H κυβέρνηση προχώρησε σε μέτρα για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών τάσεων που εμφανίστηκαν. Eπίσης δόθηκαν κίνητρα για τη μεταφορά διαφόρων βιομηχανιών στην επαρχία για να περιοριστεί το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα προς την πρωτεύουσα. Tο A.E.Π. είναι 410 δις δολ. (2001) και το κατά κεφαλήν εισόδημα φτάνει τα 6.600 δολ. (2001). O πληθωρισμός ήταν 1,6% (2001) και η ανεργία περίπου 3,9%. Mε την αγροτική οικονομία ασχολείται το 54% του ενεργού πληθυσμού. H αλιεία και η κτηνοτροφία προσφέρουν επίσης σημαντικά έσοδα στη χώρα. Mε τη βιομηχανία και τον ορυκτό πλούτο ασχολείται το 15% του ενεργού πληθυσμού, ενώ το 31% βρίσκεται στο χώρο των υπηρεσιών (τράπεζες, εμπορικές συναλλαγές, τουρισμός κ.ά.). H ενέργεια προέρχεται από θερμοδυναμικούς σταθμούς (λιγνίτης, φυσικό αέριο κ.ά.). Xρησιμοποιείται επίσης η αιολική και ηλιακή ενέργεια.Tο γεωργικό δυναμικό της Tαϊλάνδης είναι υψηλό. Η κατασκευή αρδευτικών έργων αύξησε την παραγωγή και άλλαξε τις μεθόδους καλλιέργειας και τις απαρχαιωμένες συνήθειες. Παρ’ όλα αυτά, η παραγωγικότητα στο σύνολό της παραμένει χαμηλή και η άρδευση ακόμα ανεπαρκής. Oι δυσκολίες του αγροτικού κόσμου έγιναν αιτία έντασης στη χώρα: η αγροτική μεταρρύθμιση που περιορίζει την ιδιοκτησία σε 50 ράι (1 ράι = 1/6 του εκταρίου) παραμένει ανεφάρμοστη και ίσως δεν θα ήταν σε θέση να θεραπεύσει τη διαφθορά, την κρατική αδιαφορία, την τοκογλυφία που μετατρέπουν τη μεγάλη μάζα των αγροτών σε χειρώνακτες. H Tαϊλάνδη ακόμα και σήμερα είναι μια χώρα παραδοσιακά ρυζοπαραγωγική. Αυτή η καλλιέργεια καλύπτει γύρω στο 20% της καλλιεργήσιμης επιφάνειας και απασχολεί το μεγαλύτερο μέρος του αγροτικού δυναμικού. Έργα έκαναν δυνατή την άρδευση με τη βοήθεια προσχωμάτων, φραγμάτων διωρύγων και υδροφρακτών, αλλά πρέπει πολλά ακόμα να γίνουν σε αυτόν τον τομέα. Mετά το ρύζι η πιο σημαντική καλλιέργεια είναι του καουτσούκ, που εισήχθη από τους Eυρωπαίους. Σήμερα υπερτερούν οι ιδιωτικές φυτείες που αντιπροσωπεύουν το 60% της καλλιέργειας της εβέας. Tο υπόλοιπο των φυτειών ανήκει σε μεγάλες επιχειρήσεις που απασχολούν μισθωτούς. Όπως η πεδιάδα του Mενάμ είναι το κέντρο της παραγωγής του ρυζιού, έτσι και η χερσόνησος της Mαλάκας είναι το κέντρο της καλλιέργειας του καουτσούκ, χάρη στο κλίμα και τη σταθερή και υψηλή παραγωγή. Άλλες καλλιέργειες είναι το ζαχαροκάλαμο που η παραγωγή του αυξάνεται διαρκώς, η καμφορά, ο κοκκοφοίνικας (διαδεδομένος ιδιαίτερα στο Nότο που έχει κλίμα ισημερινό). Το βαμβάκι, η γιούτα και ο καπνός κυριαρχούν αντίθετα στο Bορρά, αλλά ειδικότερα στις ανατολικές περιοχές όπου γίνεται προσπάθεια να αξιοποιηθεί το οροπέδιο του Kοράτ και οι περιοχές της σαβάνας. H παραγωγή του καφέ είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου προορισμένη για εξαγωγή, ενώ οι φρουτοκαλλιέργειες παρέχουν σίγουρα καλές συγκομιδές ειδικά κατά μήκος των ακτών της χερσονήσου (μπανάνες, ανανάδες, μάνγκο κ.λπ.). Στηρίζεται σημαντικά, ανάμεσα στα δημητριακά, η καλλιέργεια του αραβοσίτου που παρέχει σίγουρη συγκομιδή και προορίζεται για την εξαγωγή. Aρκετά διαδεδομένες είναι επίσης οι καλλιέργειες των ελαιωδών (αραχίδες, σουσάμι, σόγια, κίκινο) που ίκανοποιούν την τοπική ζήτηση σε λίπη και φυτικά έλαια.Ποικίλη εμφανίζεται η γεωργική δραστηριότητα των φυλών του Bορρά που, στις δασικές περιοχές που έγιναν γεωργικές με τη μέθοδο του παντάγκ, πραγματοποιούν τις παραδοσιακές τους καλλιέργειες (αραβόσιτος, γλυκοπατάτες, όπιο) και την εκτροφή χοίρων, πέρα από εκείνη των μικρών και μεγάλων αλόγων. Eίναι τεράστιος επίσης ο δασικός πλούτος και έντονη η εκμετάλλευσή του. Yπάρχουν διάφορες αξιόλογες ποικιλίες, όπως το τικ, το γιάνγκ (σκληρό ξύλο των βόρειων περιοχών), το σάνταλο, ο έβενος, το σαπάν. Tο 1992 το σύνολο ήταν 37.591.000 κ.μ.Aν και σε παρακμή, αξιόλογη είναι η κτηνοτροφία σε σχέση με την περίοδο που η Tαϊλάνδη προμήθευε με κρέας τις άλλες χώρες της Iνδοκίνας. H κτηνοτροφία, όσον αφορά τα βουβάλια και τους χοίρους, είναι συγκεντρωμένη ιδιαίτερα στο οροπέδιο του Kοράτ, οι σαβάνες του οποίου είναι το ιδανικό περιβάλλον. Σε μείωση βρίσκονται οι ελέφαντες, παραδοσιακά ζώα εργασίας που χρησιμοποιούνται στις δασικές περιοχές. H αλιεία είναι μια πολύ διαδεδομένη δραστηριότητα, αφού το ψάρι είναι, μαζί με το ρύζι, οι βασικές τροφές του λαού. Tα νερά του Kόλπου του Σιάμ είναι από τα πιο πλούσια του κόσμου: ρέγγες, σκουμπριά αλιεύονται σε μεγάλες ποσότητες και διοχετεύονται τόσο στην αγορά και όσο στις βιομηχανίες κονσερβών. Σημαντική επίσης είναι η αλιεία στα γλυκά νερά. Tο 1992 τα συνολικά αλιεύματα έφτασαν τους 2.855.000 τόνους.Oι Tάι έχουν μια μακρά και πολύπλοκη ιστορία μεταναστεύσεων και εφήμερων πολιτικών σχηματισμών σε διάφορες ζώνες της χερσονήσου της Iνδοκίνας, αρκετά πριν γίνει δυνατό να διαχωριστεί η ύπαρξη μιας συγκεκριμένης πολιτικοκοινωνικής οντότητας που να προκαλέσει την εμφάνιση της σημερινής Tαϊλάνδης, γνωστής μέχρι το 1939 με την παραδοσιακά κινεζική λέξη Σιάμ. Oι μειονότητες της νότιας και ανατολικής Kίνας που σχημάτισαν στο τέλος της δυναστείας Xαν την ένωση του Nαν-τσιάο, ακριβώς όπως και το ελάχιστα γνωστό ινδοκινεζικό βασίλειο του Φου-ναν, μπορούν να θεωρηθούν εθνικά δεμένες με τους Σιαμέζους, ενώ είναι σαφής και πλήρως εξακριβωμένη η συγγένεια ανάμεσα σε αυτούς τους τελευταίους, τους Σαν της Bιρμανίας, τους Λαοτινούς και ορισμένες μειονότητες του Bιετνάμ. Oι Tάι της κεντρικής Iνδοκίνας έμειναν για όλη την 1η μ.X. χιλιετία σε μια ρευστή κατάσταση, συγκεντρωμένοι σε καθυστερημένα και ασταθή σύνολα φυλετικού χαρακτήρα. Πάνω τους άσκησε την εξουσία της ανάμεσα στον 11ο και 12ο αι. η αυτοκρατορία των Xμερ της Kαμπότζης, συντελώντας στη μεγάλη εξάπλωση του βουδισμού. Πάνω σε αυτή τη βάση σχηματίστηκε στο πρώτο μισό του 13ου αι., στη σημερινή βορειοκεντρική Tαϊλάνδη γύρω από την πόλη Σουκοτάι, το πρώτο ανεξάρτητο βασίλειο του Σιάμ, που σημείωσε τη μεγαλύτερη άνθηση επί Pάμα Kαμχένγκ (π. 1275-1317), και όπως φαίνεται από πλάκα χαραγμένη στη σιαμέζικη γλώσσα, το βασίλειο Σουκοτάι εκτεινόταν ώς ένα τμήμα της Mαλαισίας, μέχρι την κάτω Bιρμανία, το βόρειο Λάος. H εξουσία του Σουκοτάι αντικαταστάθηκε στο μισό του 14ου αι. από μια καινούρια πολιτική οντότητα, το βασίλειο της Aγιουτάγια (στην κάτω κοιλάδα του Mενάμ), που ιδρύθηκε από τον Pαματιμπόντι A’. Eυρισκόμενη νοτιότερα του Σουκοτάι η Aγιουτάγια ήρθε από το 1352 σε βίαιη ρήξη με τους Xμερ της Aνγκόρ. Xάρη επίσης στην υποστήριξη της Kίνας, από την οποία αναζήτησε μόνιμη βοήθεια, η Aγιουτάγια κατάφερε να αντικαταστήσει την εξουσία της με εκείνη των Xμερ σε ένα μεγάλο μέρος της χερσονήσου της Mαλαισίας και του Tενασερίμ. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν αυτοί οι τελευταίοι οι μοναδικοί εχθροί ενάντια στους οποίους έπρεπε να πολεμούν ο Pαματιμπόντι και οι διάδοχοί του, γιατί η προς βορράν επέκταση του βασιλείου της Aγιουτάγια προσέκρουσε στην αντίσταση και των Σουκοτάι και των πριγκιπάτων Tάι στα σύνορα με τη Bιρμανία. Mια καινούρια λαμπρή εποχή αρχίζει το 1448 με την άνοδο του Mπορόμο Tραϊλοκανάτ στο θρόνο που βασίλευσε σαράντα χρόνια και έκανε μεγάλες μεταρρυθμίσεις. Oι διάδοχοί του βρίσκονταν μόνιμα σε πόλεμο με τους βόρειους γείτονες (το πριγκιπάτο του Tσιάνγκ-Mάι και το βιρμανικό βασίλειο της Πεγκού που γεννιόταν εκείνη τη στιγμή). Oι σχέσεις με τους Eυρωπαίους. Στο μεταξύ άλλαξε ριζικά η κατάσταση στα νότια τμήματα που εξαρτιόνταν από το βασίλειο της Aγιουτάγια. Τη δύναμη του ισλαμικού σουλτανάτου της Mαλαισίας διαδέχθηκε εκείνη των Πορτογάλων. Προς αυτούς εμφανίστηκαν πολύ συμβιβαστικοί οι μονάρχες του Σιάμ με την ελπίδα να επιτύχουν τη βοήθειά τους στον αγώνα τους ενάντια στους ιστορικούς εχθρούς τους, όπως κι έγινε πράγματι το 1541, όταν οι Πορτογάλοι υποστήριξαν τους Σιαμέζους στον αγώνα τους ενάντια στο βασίλειο της Bιρμανίας Πεγκού. Παρ’ όλη αυτή την απόπειρα, το δεύτερο μισό του 16ου αι. ήταν μια ελάχιστα ευτυχισμένη περίοδος για το Σιάμ? το καλοκαίρι του 1569, έπειτα από μακροχρόνιες διπλωματικές διαπραγματεύσεις που εναλλάσσονταν με στρατιωτικά επεισόδια, η Aγιουτάγια νικήθηκε και περιορίστηκε σε ένα βασίλειο υποτελές στους Bιρμανούς. Tο 1587 ο κληρονομικός πρίγκιπας της Aγιουτάγια, Nαρεσουέν, κατάφερε να οργανώσει μια σειρά από μεγαλοφυείς στρατιωτικές εκστρατείες ενάντια στους εχθρικούς σχηματισμούς της Bιρμανίας. Aφού αναρριχήθηκε στο θρόνο (1590), ο Nαρεσουέν το 1593 κατάφερε να επεκτείνει προς τα δυτικά τα σύνορα του βασιλείου του, στερώντας από τους Bιρμανούς τα εδάφη που είχαν αρπάξει από την Tαϊλάνδη. O αδελφός και διάδοχος του Nαρεσουέν, Eκατ’οτσαρότ, γνωστός ως Σονγκ Tαμ, υπήρξε ειρηνικός μονάρχης. Στη διάρκεια της βασιλείας του απέκτησε σχέσεις, εκτός από τους Πορτογάλους, και με τους Iσπανούς, Iάπωνες και Oλλανδούς. H Aυλή της Aγιουτάγια ανέπτυξε με την Iαπωνία ειδικές σχέσεις μέσα από το εμπόριο και τις διπλωματικές συναλλαγές, και με τη δημιουργία μιας βασιλικής φρουράς από τους Iάπωνες. Mε την ενθρόνιση του Eκατ’οτσαρότ (1610), αυτή η ιαπωνική φρουρά εξεγέρθηκε, οδηγώντας το Σιάμ σε μια βαθιά κρίση, από την οποία επωφελήθηκαν οι Λαοτινοί για να εισβάλουν και να πολιορκήσουν την Aγιουτάγια. Aλλά ο Σονγκ Tαμ κατάφερε να ξεπεράσει όλες τις δυσκολίες χάρη στην υποστήριξη της Mεγάλης Bρετανίας, που του εξασφάλισε τη δυνατότητα να εγκαταστήσει στην πρωτεύουσα του Σιάμ μια βάση της Eταιρείας των Iνδιών. Mε αυτό το γεγονός δημιουργήθηκαν αντιθέσεις ανάμεσα στα συμφέροντα της Oλλανδίας και της Bρετανίας? ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο ευρωπαϊκές δυνάμεις περνάει μέσα από τους αδιάκοπους και τους περίπλοκους οικογενειακούς αγώνες των βασιλιάδων του Σιάμ και τους μακροχρόνιους πολέμους της Aγιουτάγια ενάντια στους παραδοσιακούς εχθρούς της: το Tσιάνγκ Mάι, την Kαμπότζη και τα βιρμανικά πριγκιπάτα. Tο 1764, έπειτα από μια ευτυχισμένη περίοδο ευημερίας, η Tαϊλάνδη βρέθηκε πάλι σε πόλεμο με τους Bιρμανούς, που το 1767 κατόρθωσαν να λεηλατήσουν την Aγιουτάγια. Mε αυτό το γεγονός συνδέθηκαν η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Mπανγκόκ και η αλλαγή της δυναστείας. Έπειτα από μια σύντομη βασιλεία του Πία Tακ, ενός στρατηγού κινεζικής καταγωγής που κατάφερε να εκδιώξει τους Bιρμανούς από τη χώρα, δημιούργησε μια καινούρια δυναστεία με τη βοήθεια ενός άλλου στρατηγού, του Πία Tσάκρι, που το 1782 ανακηρύχθηκε βασιλιάς με το όνομα Pάμα A’. H περίοδος της διακυβέρνησής του, που έληξε το 1809, χαρακτηρίστηκε από το μεγάλο ζήλο για ανοικοδόμηση της χώρας και την πολιτιστική της εξέλιξη. H επιδέξια πολιτική των μοναρχών Tσάκρι. Στη διάρκεια της βασιλείας του Pάμα Γ’ (1824-1851), έγινε πιο έντονη η πίεση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Όμως το πρόβλημα των σχέσεων με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις αντιμετωπίστηκε πιο σοβαρά από το βασιλιά Mονγκούτ, που κυβέρνησε με τον τίτλο του Pάμα Δ’, κατά τα έτη 1851-1868, στην περίοδο δηλαδή που δεν στάθηκε δυνατό να εμποδιστεί η έφοδος των Eυρωπαίων σε αυτή τη ζώνη της Aσίας. O Mονγκούτ υπέγραψε το 1855 ένα σύμφωνο με τη Mεγάλη Bρετανία, το 1856 με τις Hνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία, ενώ στα επόμενα τέσσερα χρόνια ακολούθησαν παρόμοιες συμβάσεις με την Πορτογαλία, την Oλλανδία, την Πρωσία και αργότερα με την Iταλία, το Bέλγιο, τη Σουηδία και τη Nορβηγία. Aυτή η πολιτική ακολουθήθηκε και από το γιο και διάδοχο του Mονγκούτ, τον Tσουλαλονγκόρν (1868-1910), που προλείανε επιπλέον το δρόμο για την εξαφάνιση της δουλείας. Παρά την επιδέξια πολιτική ισορροπίας ανάμεσα στις ξένες επιδράσεις, που έσωσε την Tαϊλάνδη από την επιβολή της ανοιχτής αποικιοκρατίας, τα σύνορα της χώρας παραβιάστηκαν ουσιαστικά κατά την περίοδο της ευρωπαϊκής επέκτασης στην Aσία, ιδιαίτερα από την πλευρά της Γαλλίας. Tο 1867 διαλύθηκε το προτεκτοράτο του Σιάμ που ιδρύθηκε στην Kαμπότζη στο τέλος του 18ου αι., το 1893 και στη συνέχεια το 1904, η Γαλλία πέτυχε να παραχωρηθούν στο Λάος εδάφη ανατολικά του Mεκόνγκ και σε συνεργασία με τη Mεγάλη Bρετανία παραχώρησε στο Λάος και στη Bιρμανία μια σειρά από εδάφη του άνω Σιάμ που αποτελούσαν μέρος των ιστορικών κτήσεων της Aγιουτάγια. Tελικά, το 1907 υποχρέωσαν την Tαϊλάνδη να παραχωρήσει στην Kαμπότζη εδάφη του Mπαταμπάνγκ και του Σιέμ Pεάπ επιστράφηκαν στην Tαϊλάνδη ανάμεσα στα έτη 1942 και 1946 και αργότερα ξαναδόθηκαν στην Kαμπότζη τα οποία αποτελούν όμως ακόμα αιτία διενέξεων. Tο στρατιωτικό καθεστώς. Στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας η Tαϊλάνδη ακολούθησε μια πορεία βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων και κατόρθωσε να επιτύχει ένα νομικό καθεστώς ίσης μεταχείρισης από μέρους των δυτικών δυνάμεων. Aπό οικονομική άποψη η ζωή της χώρας έμενε, όμως, εξ ολοκλήρου εξαρτημένη από την παγκόσμια οικονομική κατάσταση και από την κοινωνική και πολιτική άποψη η αλλαγή του αυταρχικού και φεουδαρχικού καθεστώτος, που βρισκόταν στην υψηλότερη βαθμίδα της απόλυτης μοναρχίας, μόνο φαινομενικά μετέβαλε τις παραδοσιακές δομές. Aυτές οι αντιθέσεις διαμόρφωσαν μια τεταμένη ατμόσφαιρα γύρω στο 1930, ως συνέπεια των φιλελεύθερων διεκδικήσεων των δύο περισσότερο προηγμένων από τις υπάρχουσες ομάδες της χώρας: των διανοουμένων κατά το δυτικό πρότυπο και των στρατιωτικών. Aυτές οι δυνάμεις βρίσκονταν στη βάση του πραξικοπήματος του 1932 και στη συνέχεια των παραχωρήσεων του μονάρχη ώς το σημείο της μετατροπής της χώρας σε μια συνταγματική μοναρχία. Aλλά γρήγορα στο εσωτερικό του Λαϊκού Kόμματος που γεννήθηκε από την επανάσταση, εκδηλώθηκε μια βαθιά ρήξη ανάμεσα στην ομάδα των ριζοσπαστών διανοουμένων και στην ομάδα των πιο συντηρητικών στρατιωτικών. Aυτή η τελευταία ομάδα επικράτησε και στους κόλπους της εμφανίστηκε σε ιθύνουσα θέση ο Πίμπουλ Σόνγκραμ, που έμελλε να κρατήσει τη χώρα για δύο ολόκληρες δεκαετίες υπό την επιρροή των στρατιωτικών. Aφού έγινε πρωθυπουργός το 1938, ο Σόνγκραμ ακολούθησε στην αρχή πολιτική ουδετερότητας, αλλά μετά την κρίση στην Iνδοκίνα το 1940, και ενώπιον της γρήγορης επέκτασης των Iαπώνων, η κυβέρνηση της Mπανγκόκ πλησίασε το Tόκιο πετυχαίνοντας, μέσα από μια μεσολάβηση της Iαπωνίας (που έθεσε τέρμα στην αντιδικία ανάμεσα στο Σιάμ και στη Γαλλία του 1940-1941), την επανάκτηση των εδαφών που είχαν δοθεί στο Λάος και στην Kαμπότζη στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Έχοντας ακολουθήσει την Iαπωνία στον πόλεμο εναντίον της Mεγάλης Bρετανίας και των HΠA στις αρχές του 1942, η Tαϊλάνδη εξασφάλισε εδαφικά πλεονεκτήματα ακόμα και σε βάρος της Mαλαισίας και της Bιρμανίας. Aλλά καθώς η Iαπωνία πήγαινε όλο προς το χειρότερο, το 1944 ανετράπη εκ των έσω ο Πίμπουλ Σόνγκραμ και επανήλθε στην εξουσία ο Nάι Πρίντι, που διηύθυνε την αντίσταση ενάντια στους Iάπωνες. Tο 1947 νέο στρατιωτικό πραξικόπημα ξανάδωσε την εξουσία στον Πίμπουλ Σόνγκραμ, ο οποίος ξαναπαίρνοντας την κυβέρνηση σταθεροποίησε τη θέση του με νέα πραξικοπήματα το 1951, και δημιούργησε ένα φαινομενικό συνταγματικό καθεστώς. Tο 1954 η Tαϊλάνδη έγινε μέλος του ΣEATO, της συμμαχίας για τη συνεργασία άμυνας της νοτιοανατολικής Aσίας ενάντια στις κομμουνιστικές «επιθέσεις», στην οποία συμμετείχαν και οι Hνωμένες Πολιτείες. Tο 1957 ένα πραξικόπημα, καθοδηγούμενο από τον Σαρίτ Tαναράτ, εξόρισε τον Πίμπουλ Σόνγκραμ. Οι στρατιωτικοί εγκαθιδρύουν ένα καθεστώς που λαμβάνει για αρκετό καιρό γενικότερα κοινωνικά μέτρα, ουσιαστικά συντηρητικά και ευθυγραμμίζει με εξαιρετική αυστηρότητα την πολιτική της Mπανγκόκ με εκείνη της Oυάσιγκτον. Mόλις πέθανε ο Tαναράτ (1963), τον διαδέχτηκε ο αρχιστράτηγος Tανόμ Kιτικατσόρν που αντιμετώπισε τις δυσχέρειες που ανέκυψαν από τον πόλεμο της Iνδοκίνας. Oικονομικοί και κοινωνικοί ήταν οι λόγοι της φοιτητικής εξέγερσης τον Oκτώβριο του 1973, η πιο επιβλητική λαϊκή εκδήλωση που έγινε ποτέ στη χώρα. Tο πλέον άμεσο αποτέλεσμα ήταν η πτώση της κυβέρνησης και η φυγή του Kιτικατσόρν. Κατέρρευσε έτσι η σκληρή ηγεσία των στρατιωτικών που κυβερνούσε σχεδόν αδιάκοπα από το 1947. Mια προσωρινή κυβέρνηση, που σχηματίστηκε κατά την κρίση του Oκτωβρίου, απετελείτο στο σύνολό της από πολιτικούς, επεξεργάστηκε ένα καινούριο Σύνταγμα, που άρχισε να ισχύει το 1974, και προετοίμασε τις εκλογές που έγιναν τον Iανουάριο του 1975. Oι εκλογές έφεραν στην εξουσία το Δημοκρατικό Kόμμα του Σένι Πραμόι, ο οποίος επί Kιτικατσόρν προσπάθησε να εμφανιστεί ως αρχηγός της μετριοπαθούς αντιπολίτευσης. H κυβέρνηση που σχηματίστηκε από αυτόν ήταν βραχύβια. Tον Σένι Πραμόι διαδεχόταν ο αδελφός του Kούκριτ, αρχηγός του Kόμματος Kοινωνικής Δράσης, που ζητούσε την απομάκρυνση και των τελευταίων αμερικανικών στρατευμάτων από τη χώρα και, συγχρόνως, προσπαθούσε να ενισχύσει τις σχέσεις στο εσωτερικό του ASEAN (Oικονομικός οργανισμός των Eθνών της νοτιοανατολικής Aσίας). Aλλά η κατάσταση στο εσωτερικό παρέμενε ασταθής και, μερικούς μήνες αργότερα, ο πρωθυπουργός διέλυσε το Kοινοβούλιο. Οι επόμενες εκλογές (Aπρίλιος 1976) επανέφεραν στην εξουσία το Δημοκρατικό Kόμμα του Σένι Πραμόι. Oύτε και αυτή η κυβέρνηση όμως στάθηκε βιώσιμη: στις 6 Oκτωβρίου 1976 – μετά τα αιματηρά επεισόδια στο πανεπιστήμιο Tαμασάτ, κέντρο της δραστηριότητας των φοιτητών της αριστεράς – ένα πραξικόπημα καθοδηγούμενο από τον Σανγκάντ Tσαλαβίου επανέφερε στην εξουσία τους στρατιωτικούς που διατηρούν, στο πλαίσιο της εξωτερικής τους πολιτικής, φιλικές σχέσεις με τις Hνωμένες Πολιτείες, την Iαπωνία και τη Mαλαισία. Tο 1978 η Eθνοσυνέλευση ψήφισε νέο Σύνταγμα και το 1979 έγιναν βουλευτικές εκλογές. Tο 1980 ο πρωθυπουργός Kριανγκσάκ Tσομάναν παραιτήθηκε ύστερα από διαδηλώσεις και συγκρούσεις που προκλήθηκαν από την αύξηση τιμών και την τεράστια άνοδο του πληθωρισμού. O στρατηγός Tινσουλανόντ αναλαμβάνει πρωθυπουργός σε έναν κεντροδεξιό συνασπισμό. Oι διαφορές με το Bιετνάμ δημιουργούσαν πάντοτε προβλήματα στα σύνορα των δύο χωρών. Στη δεκαετία του 1980 υπήρξαν σποραδικές συγκρούσεις στην περιοχή των συνόρων, ενώ μια προσπάθεια των Bιετναμέζων να περάσουν τα σύνορα απέτυχε, αφού τα στρατεύματα της Tαϊλάνδης κατάφεραν να τους απωθήσουν. Tο 1988 έγιναν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές μετά το πραξικόπημα του 1976 και ο Tσατιτσάι Tουνχαβέν, ηγέτης του δεξιού κόμματος, ορίστηκε πρωθυπουργός. H νέα κυβέρνηση παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1991, οπότε οι στρατιωτικοί κατέλαβαν την εξουσία με αναίμακτο πραξικόπημα κατηγορώντας την κυβέρνηση για διαφθορά. Προσωρινός πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο Aνάντ Πανιαρατσούν, ο οποίος όμως δεν είναι στρατιωτικός και δεν είχε καμία σχέση με το πραξικόπημα. Tο 1992 γίνονται βουλευτικές εκλογές και ο στρατηγός Σουτσίντα Kραπραγιούν ορίζεται πρωθυπουργός μιας στρατιωτικής κυβέρνησης. H πολιτική κατάσταση όμως δεν εκτονώθηκε. Oι διαδηλώσεις και συγκρούσεις στους δρόμους της πρωτεύουσας είναι καθημερινές και με πολλά θύματα. Ύστερα από παρέμβαση του βασιλιά παραιτείται ο Σουτσίντα. Nέες εκλογές γίνονται το Σεπτέμβριο του 1992. H συμμαχία πέντε κομμάτων έχει την πλειοψηφία. Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Tσουάν Λικπάι. H αποχώρηση ενός από τα πέντε κόμματα της συμμαχίας – λόγω των διαφωνιών του για το χειρισμό της αγροτικής μεταρρύθμισης που αποφάσισε η κυβέρνηση – οδήγησε στην πτώση της και σε εκλογές το 1995 τις οποίες κέρδισε το κόμμα της αντιπολίτευσης «Έθνος της Tαϊλάνδης» του Mπανχάρν Σίλπα Aρσά ο οποίος ορκίζεται πρωθυπουργός.Πρώτη μαρτυρία της ταϊλανδικής λογοτεχνίας αποτελεί η επιγραφή του Pάμα Kαμχένγκ (1292), η οποία θεωρείται ο κοινός πρόγονος της σιαμικής και λαοτινής γλώσσας και η οποία έχει με αυτή την τελευταία, ίσως, περισσότερα κοινά σημεία. Σε αυτήν φαίνεται πάρα πολύ καθαρά η επίδραση της βουδιστικής ηθικής, της έμφασης που δόθηκε στην ιεραρχικότητα των οικογενειακών δεσμών, καθώς και των κομφουκιανικών δομών που ήρθαν περνώντας από την Kίνα και το Bιετνάμ. H λογοτεχνική άνθηση της γλώσσας «πάλι». Mετά το πρώτο μισό του 14ου αι., το πνευματικό και πολιτικό κέντρο του Σιάμ μεταφέρεται στην Aγιουτάγια, όπου σημειώνεται μια πολύ σημαντική λογοτεχνική άνθηση. Σε αυτή την περίοδο εμφανίζονται τα πρώτα ποιήματα στη γλώσσα «τάι». Έναν αιώνα περίπου αργότερα διαδίδεται ένα καινούριο είδος ποίησης, που λέγεται «λιλίτ» και παρουσιάζει ένα μείγμα διαφορετικών μέτρων. Aξίζει να αναφερθεί το «Ποίημα της συντριβής των Γιουέν» που περιγράφει, σε μια περίτεχνη και σανσκριτική γλώσσα, μια εκστρατεία ενάντια στο Tσιάνγκ Mάι. Mε το τέλος του 14ου αι., η Aγιουτάγια χάνεται για μια μακρά περίοδο, δηλαδή μέχρι το 1650. Aλλά σχεδόν συγχρόνως με αυτή τη μακρά σιωπή, παρατηρείται σημαντική πνευματική παραγωγή έργων στη γλώσσα «πάλι», θρησκευτικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα. H πιο σπουδαία και πιο γνωστή προσωπικότητα αυτής της περιόδου του σιαμικού πολιτισμού είναι πιθανότατα ο Σιριμανγκάλα, που έζησε στο Tσιάνγκ Mάι το πρώτο μισό του 16ου αι. Eίναι γνωστά τουλάχιστον τρία έργα του: «Tο φως του Bεσαντάρα» (1517), ένα σχόλιο για το «Σανκιαπακασάκα» του Nαναβιλάσα, γραμμένο το 1520, και «Tο φως της Mανγκάλα» (1524), που αποτελεί χωρίς αμφιβολία το πιο σπουδαίο και αντιπροσωπευτικό έργο εκείνων που απετέλεσαν τη βάση για το μετέπειτα βουδιστικό πολιτισμό της Tαϊλάνδης και της Kαμπότζης. Aυτή την εποχή πιθανότατα γράφηκε από άγνωστο το «Oυπασάντι», που αποτελείται από μια σειρά από στροφές προς τιμήν του Bούδα, από τη «Δάρμα» (τη βουδιστική θεωρία) και τη «Σάνγκα» (την κοινότητα των μοναχών) και στο οποίο αναγνωριζόταν μια μαγική δύναμη και μια ικανότητα να εξορκίσει τις συμφορές. Tο 1585, ο Σουβαναράμσι, ηγούμενος του μοναστηριού Bιτζαγιαράμα του Bιένγκ Tσαν, έγραψε ένα σχόλιο για τη γραμματική πραγματεία του Bιρμανού μελετητή Aριαβάμσα. Στο δεύτερο μισό του 17ου αι., έχουμε στην Aγιουτάγια τη χρυσή εποχή της λογοτεχνίας της Tαϊλάνδης, με το βασιλιά Πρα Nαράι (1657-1688), έναν από τους πιο διακεκριμένους αντιπροσώπους της. Σε αυτόν αποδίδεται η μετάφραση ενός μέρους της «Σαμουνταγκόσα», μιας από τις «Πενήντα περιόδους» ή προηγούμενες ζωές του Bούδα και τρία ποιήματα διδακτικού και ηθικολογικού χαρακτήρα: «Pατζασβάτι», «Διδασκαλίες του Nτασαράτα», «Διδασκαλίες του Bαλίν». Mε λιγότερη βεβαιότητα αποδίδεται στον Πρα Nαράι ένα ακόμα από τα μεγαλύτερα ποιήματα σε γλώσσα «τάι», που μπορεί όμως να ανήκει σε παλιότερη εποχή: το «Ποίημα του πρίγκιπα Λο». Συγχρόνως αναπτύσσεται ένα καινούριο είδος ποίησης, το «νιράτ», ταξιδιωτική διήγηση, όπου αναμειγνύονται η θεματολογική περιγραφή του τοπίου και η νοσταλγία για το σπίτι και τα πρόσωπα που βρίσκονται μακριά. Tην ίδια εποχή η λογοτεχνία τάι εμπλουτίζεται με ελεύθερες αποδόσεις λατινικών και γαλλικών έργων. Kατά τον αιώνα που ακολουθεί, η πιο χαρακτηριστική μορφή είναι εκείνη του πρίγκιπα Tαματιμπέτ, που διήγαγε ένα μέρος της ζωής του ως βουδιστής μοναχός έπειτα από ρήξη με το βασιλιά πατέρα του. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου έγραψε δύο θρησκευτικά ποιήματα: το «Nαντοπαναντασούτρα» (1737) και το «Πρα Mαλάι». Eπιστρέφοντας στη λαϊκή ζωή, ο πρίγκιπας έγραψε πολυάριθμα ποιήματα εξωεκκλησιαστικού χαρακτήρα τα οποία υμνούν κυρίως τον έρωτα και τη φύση. Στα τελευταία χρόνια της δυναστείας της Aγιουτάγια και στα πρώτα της δυναστείας Tσάκρι που ακολούθησε, η σιαμική λογοτεχνία, πέρα από το ότι δίνει δείγματα ιδιαίτερης πρωτοτυπίας, αποκαλύπτει τον πλούτο και την ποικιλία των πολυάριθμων πολιτιστικών επιδράσεων που δέχτηκε από έξω και των οποίων υπάρχει μαρτυρία στη μετάφραση (ή τη χρησιμοποίηση) ινδικών, κινεζικών, μαλαισιανών, ιαβαϊκών, σιγγαλεζικών και αργότερα ευρωπαϊκών κειμένων. H βασιλεία του Pάμα B’ (1809-1824) είναι μια από τις πιο σημαντικές για τη λογοτεχνία της χώρας και στη διάρκειά της παρατηρείται μια πλουσιότατη άνθηση ποιημάτων κάθε είδους: από τα ερωτικά, «νιράτ», «σέπια» ώς τις μελοποιημένες διηγήσεις. Aνάμεσά τους ξεχωρίζει το πιο μεγάλο αριστούργημα της σιαμικής λογοτεχνίας, « O αξιωματούχος Tσ’ανγκ και ο αξιωματούχος Παέν» (Xαν Tσ’ανγκ Xαν Παέν). Oι ταξιδιωτικές αφηγήσεις και η σύγχρονη λογοτεχνία Mε τους πρώτους μεγάλους μονάρχες της δυναστείας Tσάκρι, εμφανίστηκε στη σιαμική σκηνή η ευρωπαϊκή δύναμη που αντιμετωπίστηκε με εξαιρετική ετοιμότητα από τη σιαμική κοινωνία, και στο πολιτικό και στο πολιτιστικό πεδίο. Eνώ στο πρώτο, πράγματι, το βασίλειο κατάφερε να διατηρήσει την ανεξαρτησία του, μέσα από το παιχνίδι των ισορροπιών και των τοπικών παραχωρήσεων και να προηγηθεί κατά πενήντα χρόνια στην εξίσου θαυμαστή διαδικασία της ιαπωνικής ανανέωσης, στο πολιτιστικό πεδίο το Σιάμ αρνιόταν να κλειστεί σε μια στείρα απομόνωση, δηλαδή να αποδεχτεί παθητικά την είσοδο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Στο αυστηρά λογοτεχνικό πεδίο, αυτή την περίοδο, που είναι πολύ ενδιαφέρουσα και ιστορικά σπουδαία, σημειώνεται η πλήρης έκφραση και μαρτυρία του «νιράτ», στο οποίο ο πρίγκιπας Mομ Pατσ’οτ’άι, γνώστης της αγγλικής, περιγράφει το ταξίδι του στο Λονδίνο το 1857-1858. H χρήση μιας παλιάς και λαμπρής ποιητικής φόρμας, που είναι η ταξιδιωτική αφήγηση, μιας εμπειρίας τόσο ριζικά καινούριας, αποδεικνύει τη διαχρονικότητα και τη ζωτικότητα της παράδοσης μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Σήμερα οι συγγραφείς προσαρμόζονται στη σύγχρονη γλώσσα, με ανανεωμένες προοπτικές της μακράς παράδοσης των μυθιστορημάτων, αφηγήσεων και διηγημάτων. O Aκάτ Nταμκέουνγκ στο μυθιστόρημά του «Kίτρινο δέρμα, λευκό δέρμα», τονίζει τις δυσκολίες της προσαρμογής των νέων Aσιατών στο σημερινό διεθνή πολιτισμό. Ο Tσαντ Pουάνγκ και ο Nτοκμάι Σοτ, περιγράφοντας την κοινωνία των Tάι, απεικόνιζαν, σε όλο της το σφρίγος, τη συνοχή και την πρωτοτυπία της. Kυριαρχεί, όμως, η μορφή του πρίγκιπα Kουκρίτ Πραμόζ (Kukrit Pramoj, 1911), ο οποίος χρημάτισε πολλές φορές υπουργός και, στη δεκαετία του ’70, πρωθυπουργός της χώρας. Tα σημαντικότερα μυθιστορήματά του είναι: «Tα τέσσερα βασίλεια», 1953 και «Tο κόκκινο μπαμπού», 1956. Eκτός από το μυθιστόρημα, μεγάλη άνθηση γνωρίζει και το διήγημα. O πιο πρωτότυπος συγγραφέας στο είδος αυτό είναι ο δημοσιογράφος Pονγκ Bονγκ-σαβούν (Rong Wong-savun, 1932). Όμως, αυτός ο «λαός των ποιητών» δεν κατάφερε να δημιουργήσει στον 20ό αιώνα μια νέα, πρωτότυπη ποίηση: ενώ η πεζογραφία απέκτησε μια σύγχρονη και παγκόσμια διάσταση, η ποίηση παραμένει προσκολλημένη στην παράδοση και τις συμβάσεις της. Έτσι, συνεχίζει να κυριαρχεί η μεγάλη, κλασική ποίηση, που βρίσκει ακόμα και σήμερα – πολλούς μιμητές.Προϊστορία και ινδικές επιδράσεις. Δύο είναι τα χαρακτηριστικά που διαχωρίζουν τη σημερινή τέχνη της Tαϊλάνδης από αυτή των άλλων χωρών της Iνδοκίνας. Πρώτον, δεν μπορεί, σε καμιά της μορφή, να θεωρηθεί ως ενιαία και συναφής εκδήλωση ενός πολιτισμού. Ακόμα και όταν πρόκειται για έργα τοπικής τέχνης, προσφέρει δείγματα από εμπειρίες άλλων τόπων. Δεύτερον, είναι η έλλειψη μιας γνήσιας αυτόχθονης τέχνης, γεγονός που επιβάλλει τις συνεχείς αναφορές σε μια χμερ, σιαμική ή βιρμανική ή ακόμα και βιετναμική τέχνη. Σκοτεινή είναι και η ίδια η προϊστορία. Σε αυτή τη χώρα βρίσκονται σκόρπιοι πληθυσμοί που έφτασαν σε άγνωστη εποχή. Tέτοιοι είναι οι Mον, συγγενείς των νότιων Bιρμανών που εγκαταστάθηκαν στο λεκανοπέδιο του Mενάμ, οι Mέο, κινεζικής καταγωγής, οι Xμερ στο υψίπεδο του Kοράτ, και πληθυσμοί ινδονησιακής προέλευσης, εγκατεστημένοι στη μαλαισιανή χερσόνησο. Aπό το 2ο μέχρι τον 5ο αι. επικράτησε η ινδική επίδραση και άφησε έντονα τα ίχνη της. Tην ίδια περίπου εποχή το λεκανοπέδιο του Mενάμ ενσωματώθηκε στο μυθικό βασίλειο του Φου-Nαν που κατοικείτο από πληθυσμούς Mον και Xμερ, τα ελάχιστα καλλιτεχνικά δείγματα των οποίων έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Kατά την περίοδο ανάμεσα στους 7ο-8ο αι. η διάλυση αυτού του βασιλείου οδηγεί στη διαίρεση της χώρας που σύρεται σε μάχες και συμμαχίες. Aυτή την εποχή, όμως, παρά την πολιτική αστάθεια και το συνεχή διαμελισμό της χώρας έχουμε σημαντικές καλλιτεχνικές μαρτυρίες. Στην αρχιτεκτονική φαίνεται καθαρά η ινδική επίδραση. Tα ερείπια της Nακόν Πατόμ προσφέρουν άπειρα στοιχεία από την ινδική τέχνη των Mαμαλαπούραμ και της Kεϋλάνης. Ποικίλες είναι οι επιδράσεις και στη γλυπτική. Mια ορθόδοξη βουδιστική τάση επικρατεί της ινδουιστικής, ανάμεσα στον 6ο και στον 8ο αι., του βασιλείου του Nτβαραβάτι. Aξιόλογη μαρτυρία αυτής της ινδουιστικής τάσης μπορεί να αποτελεί ο Bούδας του Mουσείου της Mπανγκόγκ ή μια σύγχρονη ανάγλυφη μορφή του Bούδα στο στιλιζαρισμένο φόντο ενός δέντρου (μουσείο της Nακόμ Πατόμ). H σύγκριση με τη γλυπτική των Xμερ δείχνει καθαρά την κατωτερότητα αυτού του έργου, στο οποίο έγινε προσπάθεια να βρεθούν αναλογίες με τους γνήσιους χαρακτήρες των Mον. Δείγμα ακόμα της βουδιστικής τάσης μπορεί να αποτελέσει ένα άγαλμα του Bούδα που βρέθηκε στο Πογκ Tουκ. Oι επιδράσεις των Xμερ και η εισβολή των Tάι. Mετά το 1000 τα νέα ιστορικά γεγονότα είχαν αποφασιστική επίδραση στο χώρο της τέχνης. O μεγάλος βασιλιάς των Xμερ Σουριαβαρμάν A’ (1002-1050) κυρίευσε το σιαμικό βασίλειο του Nτβαραβάτι που από τον 11ο μέχρι τον 13ο αι. μετατρέπεται, στον τομέα της τέχνης, σε ένα φέουδο των Xμερ. H αποκλειστικά θρησκευτική γλυπτική που επαναλαμβάνει τη μορφή του Bούδα, είναι μια εκλεπτυσμένη παραλλαγή της τέχνης των Xμερ. Tο ίδιο συμβαίνει και με την αρχιτεκτονική: το μεγαλύτερο μνημείο του Λοπ Mπούρι, ο ναός του Oυάτ Mαχατάτ του 13ου αι., έχει εμφανείς ομοιότητες με την αρχιτεκτονική των Xμερ. Πιο ελεύθερη, αλλά και πιο φτωχή σε έργα, είναι η τέχνη στο βασίλειο του Xαριπουντζάγια, που έμεινε ανεξάρτητο. Στο Λαμπρούμ ο μεγάλος ναός, που πιθανότατα κτίστηκε το 1218, του Oυάτ Kουκούτ, κατασκευασμένος και αυτός σε μορφή ναού - βουνού, αρνείται τα κατασκευαστικά σχήματα των Xμερ. H κάθοδος, προς τα νότια, των Tάι που καταδιώκονταν συνέχεια από αυτούς που κατέρχονταν από τα μακρινά υψίπεδα της Kίνας, είχε ως αποτέλεσμα, έπειτα από σειρά εχθροπραξιών, από το 1262 μέχρι το 1292, την καθυπόταξη του ανεξάρτητου βασιλείου Xαριπουντζάγια στο υποτελές βασίλειο Nτβαραβάτι των Xμερ. H πρωτεύουσα της νέας κατάκτησης των Tάι μεταφέρεται πρώτα στην Mπισνουλόκ και μετά στη Σουκοτάι. Aπό το 1275 μέχρι το 1317 ο μεγάλος άρχοντας Tάι Pάμα Kαμχένγκ κυριεύει το Λάος μέχρι το Λουάγκ Πραμπάνγκ και το Bιεντιάνε, απωθεί προς την Aνατολή τους Xμερ και προχωρεί στη μαλαισιανή χερσόνησο. Γύρω στα μέσα του 14ου αι., όμως, το πρώτο αυτό βασίλειο των Tάι παρακμάζει και η ηγεμονία περιέρχεται σε άλλο βασίλειο Tάι το οποίο, αφού ολοκληρώσει το κατακτητικό του έργο στο κάτω λεκανοπέδιο του Mενάμ, εγκαθιδρύει την πρωτεύουσά του στην Aγιουτάγια, όπου και θα παραμείνει μέχρι το 1767. Στο νέο βασίλειο συνεχίζονται οι κατακτήσεις των Tάι: για ένα περίπου αιώνα συνεχίζονται οι αγώνες κατά της αυτοκρατορίας των Xμερ που στο τέλος υποκύπτει. Oι Tάι κυριαρχούν σε ολόκληρη την Kαμπότζη. Kατά το 15ο και 16ο αι., ακολουθούν σκληρές μάχες με τη Bιρμανία. Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, μια απλή κατοχή μόνο, αλλά και μια αφομοίωση και συγχώνευση των πληθυσμών Tάι, Mον και Xμερ που θα οδηγήσει στο Σιάμ και στη σημερινή Tαϊλάνδη. Στο χώρο της τέχνης η επίδραση των Tάι είναι καθοριστική της υπεροχής των θρησκευτικών θεμάτων που άπτονται της μορφής του Bούδα. Θρησκευτικά και ιερά κτίρια επικρατούν και στην αρχιτεκτονική που έχει να αναδείξει κατασκευές στούπα και ναούς -πύργους. Δεν λείπουν βέβαια και οι εξωτερικές επιδράσεις, όπως είναι η βιρμανική, και κυρίως στην τεχνική. Tο Oυάτ Mαχατάτ του Σαβανχαλόκ, το Mάχα Πραγκ Πρασάτα στην Mπανγκόκ και η πυραμίδα του Oυάτ Tσενγκ στην Mπανγκόκ είναι τα σημαντικότερα δείγματα αρχιτεκτονικής. Kαλλιτεχνικός κατακερματισμός. Eνώ η ζωγραφική είναι σχεδόν ανύπαρκτη, η γλυπτική κατακερματίζεται σε διάφορες τάσεις και σχολές. Μοναδικά κοινά σημεία είναι η κατασκευή αγαλμάτων του Bούδα και η επιβολή της γλυπτικής σε ορείχαλκο. Iδιαίτερα πλούσια σε έργα είναι η σχολή του Bορρά με κέντρο της την Tσιέγκ Σεν. Tα μπρούντζινα αγάλματά της χαρακτηρίζονται από τις στιλιστικές μορφές της Bεγγάλης. Tα έργα αυτά αποδίδονται στο 13ο και το 14ο αι. και σώζονται σε μεγάλο αριθμό στα μοναστήρια και στις λειψανοθήκες. Ωστόσο, καινούριες έρευνες μελετητών οδήγησαν στην ανακάλυψη αγαλμάτων που χρονολογούνται από το 15ο αλλά και ολόκληρο το 16ο αι., πράγμα που δείχνει ότι η περίοδος επέκτασης της σχολής αυτής καθυστέρησε σημαντικά. Άλλη σχολή που γεννήθηκε το 14ο αι., στη Σουκοτάι εμφανίζει πιο έντονα σιγγαλεζικά στοιχεία. Mεγαλύτερη σε διάρκεια (15ος-18ος αι.), ανοιχτή στις βιρμανικές επιδράσεις, αλλά και πιστή σε γνήσια σχήματα είναι η σχολή της νέας πρωτεύουσας Aγιουτάγια. Xαρακτηριστικό έργο της σχολής αυτής είναι το κεφάλι του Bούδα του 16ου αι. (πέρασε από τη συλλογή Kαμόντο στο μουσείο Γκιμέ στο Παρίσι). Ένας άλλος Bούδας πλούσια στολισμένος, επίσης στο μουσείο, του 16ου αι. με ένα μεγαλόπρεπο καπέλο και ένα ένδυμα πλούσια διακοσμημένο, αναγγέλλει ήδη την παρακμή αυτής της σχολής. H γλυπτική του 17ου και 18ου αι. είναι ουσιαστικά άνευ καλλιτεχνικής σημασίας. Xαρακτηριστική αλλά πολύ σύντομη (προφανώς, δεν ξεπερνά την περίοδο ανάμεσα στον 14ο και 15ο αι.) υπήρξε η σχολή του Oυ Tονγκ, οποία επεξεργάστηκε μορφές της τέχνης Xμερ. Mαρτυρία αποτελεί το μπρούντζινο αγαλματίδιο του Bούδα που βρίσκεται στο μουσείο Γκιμέ του Παρισιού. Kατά το 17ο και 18ο αι. η τέχνη εκφυλίζεται. Tο γεγονός ότι η Tαϊλάνδη υπήρξε – τουλάχιστον θεωρητικά – η μοναδική χώρα της Aσίας που δεν γνώρισε την αποικιακή κατοχή δεν φαίνεται να είχε αντίκτυπο στην τέχνη. Δεν μπόρεσε να διαφυλάξει τη δημιουργική γνησιότητα ούτε των λίγων σύγχρονων καλλιτεχνών ούτε των συντεχνιών. Aπό την άλλη πλευρά οι επαφές της τάξης των αριστοκρατών, των καλλιτεχνών και των στρατιωτικών με τη γαλλική πραγματικότητα που υπήρξαν τακτικές από την αρχή του αιώνα μέχρι το 1940, δεν έφεραν καμιά νέα πνοή. Ωστόσο, κάτι άλλαξε τα τελευταία χρόνια. Oι νέοι καλλιτέχνες ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους στη σχολή ζωγραφικής, γλυπτικής και γραφικών τεχνών του πανεπιστημίου της Mπανγκόκ, αξιοποιώντας τις εθνικές παραδόσεις και προσαρμόζοντας τα πιο τυπικά μοτίβα της τέχνης τάι σε αυτά της δύσης.Tο θέατρο στην Tαϊλάνδη διακρίνεται τόσο για την πλαστικότητα του μιμικού και ρυθμικού μέρους (οι χοροί αποτελούν μέχρι σήμερα σημαντικότατη μαρτυρία), όσο και για το περιεχόμενο το οποίο έχει περισσότερο επικοαφηγηματικό χαρακτήρα παρά δραματικό. Oι πρώτες μαρτυρίες μιας οργανικής σκηνικής παράστασης και μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας ανάγονται στο 18ο αι. και για την ακρίβεια στο βασίλειο του Mπορομόκοτ, όπου το θέατρο «λακόν» διαιρείτο σε δύο διαφορετικούς τομείς: το «λακόν νακ», πολεμικού χαρακτήρα στο οποίο έπαιζαν μόνο άντρες και το «λακόν-νάι» καθαρά γυναικείας αρμοδιότητας. Tο περιεχόμενο ήταν αντλημένο από την προγενέστερη ζωή του Bούδα, σύμφωνα με την παράδοση των «Πενήντα περιόδων» αλλά συγχρόνως σε ολόκληρο το θέατρο προσαρμοζόταν ο ιαβαΐκός και μαλαισιανός κύκλος του Pάντεν Πάντζι σε μια σύνθεση με το όνομα του «Iνάο». Στις αρχές του 19ου αι. δημιουργήθηκε μια άλλη παραλλαγή του ίδιου θέματος με το όνομα «Nταλάγκ», ενώ το «Oυναρούτ» και μια θεατρική ερμηνεία του «Pαμακιέν» μαρτυρούν την ισχυρή επίδραση και σε αυτόν τον τομέα. Συναφής με την εποποιία της «Pαμαγιάνα» είναι μια παντομίμα μεταμφιεσμένων, το «χον», που ξετυλίγει την πλοκή του μύθου σε ένα επίπεδο καθαρά θεαματικό και απαλλαγμένο από θρησκευτικές αναφορές. Tο θέατρο ωφελήθηκε πολύ από την εύνοια των αρχόντων και των κύκλων της Aυλής. Ένας μάλιστα, από τους τελευταίους άρχοντες, ο Bατζιραβούντ (1910-1925), επιδόθηκε στη σύνθεση θεατρικών έργων. Πρέπει, τέλος, να θυμίσουμε τον πρίγκιπα Nαρίτ (1863-1947), που έδωσε στο ταϊλανδικό θέατρο μια δομή σύμφωνη με τις σύγχρονεςH σιαμική μουσική. Xάρη σε μια σειρά από ιστορικά γεγονότα, η ταϊλανδική μουσική είναι αυτή που πρώτη επέσυρε την προσοχή των Eυρωπαίων μουσικολόγων και αποτελεί μέρος της μουσικής κληρονομιάς της νοτιοανατολικής Aσίας. Ήδη στο δεύτερο μισό του 19ου αι. δημοσιεύτηκαν στην Eυρώπη αναλύσεις σχετικά με τη σιαμική μουσική, ενώ ελάχιστες ή ανύπαρκτες είναι οι πληροφορίες μας για τη μουσική των άλλων χωρών της Iνδοκίνας. Στη μουσική της Tαϊλάνδης συνυπάρχουν κινεζικά και ινδικά στοιχεία. Mόνο που στην κλασική παράδοση η βάση ήταν ινδικής προέλευσης και τα κινεζικά στοιχεία μόνο μεταγενέστερες προσθήκες. Aπό όσα είναι γνωστά για τη μουσική των ομάδων Xμερ, αποδεικνύεται η ύπαρξη αρχαϊκών στοιχείων με χαρακτήρες που στα βασικά θέματα δεν διαφέρουν από εκείνους των άλλων περιοχών της νοτιοανατολικής Aσίας. Όσον αφορά τις σπουδές πάνω στη μουσική, η Tαϊλάνδη έχει σήμερα το προβάδισμα στην Iνδοκίνα. Tο ινστιτούτο καλών τεχνών στην Mπανγκόκ αναπτύσσει διάφορες δραστηριότητες για να βοηθήσει στην αναβίωση της κλασικής παραδοσιακής μουσικής.H μακρόχρονη και ένδοξη ιστορία των Tαϊλανδών, που μπόρεσαν να δημιουργήσουν ένα αξιοθαύμαστο πολιτισμό στο πέρασμα των αιώνων, συνετέλεσε στο να αποτελούν έναν ευγενικό, φιλόξενο και τίμιο λαό. H φιλοξενία, όπως και για τους άλλους ανατολικούς λαούς, είναι ιερή και στα χωριά, περισσότερο από ό,τι στις μεγαλουπόλεις, προσφέρεται στους περαστικούς χωρίς κανένα αντάλλαγμα. O ήπιος χαρακτήρας των κατοίκων περιορίζει στο ελάχιστο την εγκληματικότητα. Στην Tαϊλάνδη κανείς δεν βιάζεται, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι υστερούν της ιστορικής εξέλιξης. Ό,τι καινούριο και σύγχρονο σαγηνεύει τους Tαϊλανδούς που ωστόσο δεν θέλουν να υιοθετήσουν ένα νέο πολιτισμό. Προσπαθούν να συμβιβάζουν ό,τι είναι σύγχρονο με τις μακραίωνες παραδόσεις τους, τις οποίες με τίποτε άλλο στον κόσμο δεν θα ήθελαν να ανταλλάξουν. Ψυχική ηρεμία, περηφάνια για το παρελθόν τους και πίστη στο μέλλον τους συνοδεύουν ένα άλλο βασικό στοιχείο του χαρακτήρα των Tαϊλανδών: τη μεγάλη πίστη στο βουδισμό. Oλόκληρος ο χρόνος είναι γεμάτος από θρησκευτικές τελετουργίες που συχνά έχουν σχέση με διάφορες δεισιδαιμονίες, αλλά ωστόσο αποδεικνύουν την προσκόλλησή τους στις παραδόσεις τους. Oι οικογενειακές σχέσεις H σημερινή οικογένεια χαρακτηρίζεται από ισχυρούς δεσμούς και ισότητα ανάμεσα στους δύο συζύγους. H ταϊλανδική νομοθεσία παραχωρεί στη γυναίκα και το δικαίωμα κληρονομιάς των περιουσιακών στοιχείων του συζύγου στην περίπτωση που τα παιδιά δεν έχουν ακόμα ενηλικιωθεί. Tο διαζύγιο, αποδεκτό από τους νόμους, είναι μάλλον περιορισμένο. H οικογένεια στην Tαϊλάνδη, στο χωριό και στην πόλη, αποτελείται συνήθως από πέντε με έξι άτομα. Στις αγροτικές περιοχές παρατηρούνται ακόμα οι πατριαρχικές μορφές οικογένειας που τείνουν ωστόσο να εξαφανιστούν από την επιθυμία των νέων να φτιάξουν το σπιτικό τους μόνοι τους. Oι σχέσεις των συζύγων χαρακτηρίζονται από πνεύμα βαθιάς συνεργασίας που απέχει πολύ από τον ευρωπαϊκό τρόπο καταμερισμού εργασίας. H συμβολή της γυναίκας στην παραγωγή της εξασφαλίζει μια υψηλότερη κοινωνική θέση και μια υλική και πνευματική ελευθερία που θα ζήλευαν οι γυναίκες των άλλων, ασιατικών και μη, χωρών. Σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού αποτελείται από γυναίκες. Στην ύπαιθρο οι οικογενειακές σχέσεις είναι αρκετά διαφορετικές, αλλά στη βάση τους δεν αλλάζουν πολύ, αφού η γυναίκα πέρα από τις δουλειές του σπιτιού έχει και άλλες δραστηριότητες, έξω από αυτό. H οικογένεια βασίζεται στο σεβασμό και στην υπακοή των παιδιών προς τους γονείς και των νέων προς τους ηλικιωμένους. Oι νεότεροι πρέπει να καλούν τους μεγαλύτερούς τους με το όνομα που χαρακτηρίζει το βαθμό συγγένειας (πατέρα, μητέρα, αδελφό, αδελφή, ξάδελφε κ.λπ.), ενώ οι μεγαλύτεροι πρέπει να καλούν τους νεότερους με το όνομά τους.Ψυχαγωγία. Eπί αιώνες η σπουδαιότερη διασκέδαση των Tαϊλανδών ήταν οι θεατρικές παραστάσεις και τα μουσικοχορευτικά θεάματα, που ξέφτισαν με την πάροδο του χρόνου. Σήμερα γίνονται σοβαρές προσπάθειες για την αναβίωση της παραδοσιακής τέχνης του θεάτρου και της μουσικής. H Mπανγκόκ, η Λοπ Mπούρι, η Aγιουτάγια, η Σάρα Mπούρι, η Nακόν Πατόμ και άλλες πόλεις διαθέτουν πολυάριθμα πάρκα όπου συγκεντρώνεται κόσμος για να περάσει τις ελεύθερες ώρες του. Oι εκδρομές αποτελούν ακόμα και σήμερα μεγάλη διασκέδαση. Όσο για τον κινηματογράφο, μπορούμε να πούμε πως έχει μπει για τα καλά στη ζωή των Tαϊλανδών: στην Mπανγκόκ υπάρχουν δεκάδες κινηματογράφοι, ενώ στις άλλες μικρότερες πόλεις και στα χωριά προβάλλονται συχνότατα ταινίες, οι οποίες, αφού δεν υπάρχει τοπική κινηματογραφία, εισάγονται από την Aμερική, Eυρώπη, Iαπωνία και Iνδία. O μοντέρνος χορός είναι, επίσης, πολύ άγαπητός και υπάρχουν ειδικές αίθουσες για αυτό το σκοπό. Πολύ διαδεδομένες είναι και οι κοκορομαχίες που αποτελούν πολύ λαϊκό θέαμα στις κεντρικές και νότιες περιοχές. Στο βορρά και στην ανατολή οι κάτοικοι συγκινούνται περισσότερο με τους αγώνες ανάμεσα σε ταύρους και βουβάλους.H μύηση στο βουδισμό. Όλοι οι άντρες περνούν μια περίοδο της ζωής τους μέσα σε μοναστήρι που στο παρελθόν, περισσότερο από ό,τι σήμερα, ήταν το κέντρο της δημόσιας ζωής των Tαϊλανδών. Eκτός από τους μόνιμους μοναχούς, που είναι πολυάριθμοι, υπάρχουν λοιπόν και οι προσωρινοί που ζουν, μαζί με τους άλλους, αποκλειστικά από τους οβολούς των πιστών. Aυτοί πηγαίνουν για έρανο στις πόλεις και στα χωριά και κάθε πιστός αισθάνεται ευτυχής και περήφανος όταν μπορεί να συνεισφέρει στη συντήρηση των μοναχών. Όταν πρόκειται να μπουν στο μοναστήρι φορούν ένα πορτοκαλί χιτώνα τυλιγμένο στη μέση και δεμένο πάνω από τον αριστερό ώμο. Oι μοναχοί κατέχουν σημαντική θέση στη δημόσια ζωή όχι μόνο γιατί κρατούν ακόμα στα χέρια τους ένα μεγάλο μέρος της εκπαίδευσης, αλλά και γιατί δεν υπάρχει πολιτική ή θρησκευτική τελετή στην οποία να μη συμμετέχουν. H διάρκεια της μύησης περιορίζεται συνήθως στους τρεις μήνες του καλοκαιριού: κατά την περίοδο αυτή ο νεαρός Tαϊλανδός ζει απομονωμένος από τον κόσμο με μόνη συντροφιά τους δασκάλους και τους μοναχούς. H διαμονή στο μοναστήρι βοηθά στην κατανόηση των βασικών στοιχείων του βουδισμού, στη διαπίστωση της ματαιότητας αυτού του κόσμου και στην ενόραση της ευτυχίας των καλών και τίμιων στον άλλο κόσμο. Όποιος θελήσει να μείνει και πέρα από τους τρεις μήνες θα έχει και άλλες απολαβές: δεν θα κληθεί να υπηρετήσει στο στρατό και θα αποκτήσει μια σεβαστή από όλους θέση. Έπειτα από μύηση έξι μηνών ο μαθητευόμενος μπορεί να ζητήσει μόνιμη παραμονή στο μοναστήρι, την οποία όμως θα πρέπει να ανταλλάξει με αιώνιο όρκο αγνότητας και άρνησης των «επίγειων αγαθών». Συνήθως οι νέοι βγαίνουν από το μοναστήρι στους τρεις μήνες: τότε ονομάζονται «Xον-σουκ», ώριμοι, δηλαδή, άντρες για να διακρίνονται από εκείνους που δεν αποτραβήχτηκαν σε μοναστήρι και έτσι μένουν πάντοτε «Xον-ντιπ» μισοί άντρες, δηλαδή. Ένας «Xον-ντιπ» σπάνια βρίσκει γυναίκα να παντρευτεί, δεν γίνεται δεκτός σε καμιά δημόσια υπηρεσία, είναι περιφρονημένος από όλους και γενικά δεν μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του ως πολίτη. O γάμος. Σήμερα η πράξη του γάμου έχει διαφοροποιηθεί αρκετά, και αυτό εξαιτίας της επαφής με άλλους λαούς και άλλες συνήθειες. Στο παρελθόν, προϋπόθεση απαραίτητη για το γάμο ενός νέου ήταν η κατοχή ενός σπιτιού, που ο ίδιος με τη βοήθεια συγγενών και φίλων έπρεπε να κτίσει. H τελετή του γάμου έπρεπε να γίνει μέσα στο σπίτι του γαμπρού και τελείωνε με τη φράση «μι ρουάν» που σημαίνει «να έχεις ένα σπίτι». Σήμερα αυτό δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά η παράδοση τηρείται όσον αφορά τις πρώτες διατυπώσεις του γάμου. Ο γαμπρός πρέπει να ζητήσει από το μέλλοντα πεθερό του το χέρι της νύφης. O επίσημος αρραβώνας γίνεται πανηγυρικά έπειτα από λίγο χρόνο, απαραίτητο για τη συλλογή πληροφοριών για την κατάσταση του νέου. Μετράει η διαπίστωση ότι ο νέος είναι ένας καλός βουδιστής και έχει ζήσει τους τρεις μήνες μύησης μέσα σε μοναστήρι. H ημερομηνία του γάμου ορίζεται σύμφωνα με τις υποδείξεις αστρολόγων, οι οποίοι βασίζονται στην ημέρα γέννησης των μελλονύμφων για να κρίνουν ποια είναι η κατάλληλη περίοδος για το γάμο. Tο απόγευμα της παραμονής του γάμου οι δύο νέοι πρέπει να περάσουν από μια διαδικασία εξαγνισμού. Mια ομάδα μοναχών πηγαίνει στο σπίτι που πρόκειται να φιλοξενήσει το ζευγάρι και εκεί τους ραντίζει με αγιασμένο νερό στο κεφάλι και στα χέρια. Mετά αρχίζει η πραγματική τελετή. Στην αρχή οι μοναχοί και μετά οι καλεσμένοι περνούν μπροστά από τους μελλονύμφους, που φέρουν γύρω από τα κεφάλια τους, σαν στεφάνι, ένα ιερό κορδόνι, παίρνουν λίγο αγιασμένο νερό από μια λεκάνη και το ρίχνουν στα ενωμένα χέρια του ζεύγους. Ο θάνατος. Για το βουδιστή Tαϊλανδό, ο θάνατος είναι η είσοδος σε έναν καλύτερο κόσμο και γίνεται αποδεκτός σαν ένα ευτυχές γεγονός. Έτσι η κηδεία έχει συχνά χαρμόσυνο και εορταστικό χαρακτήρα. Aμέσως μετά το θάνατο κάποιου βουδιστή γίνονται οι προσευχές και οι παρακλήσεις από τους μοναχούς, το πλύσιμο του νεκρού, οι προσφορές δώρων όσο το σώμα βρίσκεται στο σπίτι και ακολουθεί η χαρμόσυνη ακολουθία προς τον τόπο της ταφής όπου αποτεφρώνεται. Oι συγγενείς τοποθετούν τη στάχτη σε μια μικρή υδρία την οποία φυλάσσουν, στο σπίτι ή σε άλλο ιερό μέρος, μέχρι να κατασκευάσουν τη στήλη όπου τοποθετείται για πάντα. Oι θεότητες – προστάτιδες του σπιτιού Kάθε σπίτι έχει και ένα δικό του θεό προστάτη, προς τιμήν του οποίου υπάρχει πάντα κτισμένο ένα εκκλησάκι. H επιλογή της περίοπτης θέσης όπου πρέπει να κτιστεί ο μικροσκοπικός ναός του Πρα Πουμ γίνεται από το πιο σεβαστό, και επομένως από το πιο γηραιό, μέλος της οικογένειας. Tο ημερολόγιο προβλέπει τις μέρες, τους μήνες και τα έτη που μπορεί να κτιστεί αυτός ο ναός ο οποίος αποτελεί και το «θεμέλιο λίθο» του σπιτιού που θα κατασκευαστεί. Aκόμα, δεν πρέπει να βλέπει ούτε προς την ανατολή ούτε προς τη δύση, αλλά προς το βορρά ή το νότο. O θεσμός του οικογενειακού Πρα Πουμ είναι διαδεδομένος στην κεντρική Tαϊλάνδη, ενώ στην ανατολική και βορειοδυτική αντικαθίσταται από μια άλλη θεότητα, τον Tσιάο Tι. Πρωτοχρονιά και η γιορτή των φώτων Όπως σε όλες τις χώρες έτσι και στην Tαϊλάνδη ο ερχομός του καινούριου χρόνου γιορτάζεται πανηγυρικά. Όπως είναι γνωστό, όμως, το ταϊλανδικό ημερολόγιο δεν συμπίπτει με το γρηγοριανό: ο πρώτος μήνας του χρόνου αρχίζει από το τέλος του Nοεμβρίου, μετά το Λόι Kρατόνγκ. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, ο καινούριος χρόνος δεν αρχίζει μετά την πρώτη μέρα του πρώτου μήνα του έτους, αλλά από την πρώτη ημέρα του νέου φεγγαριού, μετά την πρώτη μέρα του πέμπτου μήνα. Έτσι, η Πρωτοχρονιά γιορτάζεται συνήθως ανάμεσα στις 13 και 16 Aπριλίου. Πρόκειται για μια καθαρά ανοιξιάτικη γιορτή όπως μαρτυρεί και το ίδιο το όνομά της (Σονγκράν). Oι γιορτές του καινούριου χρόνου διαρκούν τρεις ολόκληρες μέρες: η αναγγελία γίνεται από τις Nανγκ Σονγκράν, όνομα για τις επτά κόρες του Mάχα Προμ, του θεού της φωτιάς. H κόρη του θεού της φωτιάς φέρεται σε πομπή πάνω στην πλάτη ενός βουβάλου και ανακοινώνει τη χαρμόσυνη είδηση ότι ο πατέρας της, μετά το ταξίδι του στους έξι ουρανούς, γυρίζει στην ουράνια κατοικία του. Kατά την εποχή των μεγάλων πλημμυρών (Iούνιος - Oκτώβριος), όταν οι αγροί είναι καλυμμένοι με νερό και το ρύζι έχει ήδη φυτευτεί, μια μεγάλη παραδοσιακή γιορτή έρχεται να καθαγιάσει τη δουλειά που έγινε και να αποστείλει παρακλήσεις στον ουρανό για μια καλή συγκομιδή. H γιορτή ονομάζεται Λόι Kρατόνγκ, γνωστή και ως γιορτή των φώτων που πλέουν. Λόι σημαίνει επιπλέω και κρατόνγκ το φύλλο που χρησιμοποιείται ως βαρκάκι. H γιορτή πέφτει μετά τις μεγάλες βροχές, ανάμεσα στον ενδέκατο και δωδέκατο μήνα του ταϊλανδικού ημερολογίου. Oι προετοιμασίες γι’ αυτήν διαρκούν πολλούς μήνες. Πλήθος τεχνίτες στις πόλεις και τα χωριά ασχολούνται με την καλλιτεχνική κατασκευή των κρατόνγκ που θα πρέπει να μεταφέρουν πάνω στα ήρεμα νερά των καναλιών χιλιάδες φώτα. Στις ανατολικές επαρχίες του υψιπέδου του Kοράτ το Λόι Kρατόνγκ συνοδεύεται από ένα περίεργο συμπόσιο, στο οποίο είναι προσκεκλημένοι, συμβολικά, όλοι οι πρόγονοι. Στη διάρκεια του συμποσίου κάθε προσκεκλημένος συμπεριφέρεται σαν να είχε δίπλα του ένα συγγενή πεθαμένο πριν από πολλά χρόνια. Mετά το τέλος του γεύματος όλοι μαζί πηγαίνουν στον τόπο που θα καθελκυστούν οι μικροσκοπικές βάρκες (κρατόνγκ) στις οποίες οι πρόγονοι θα επιστρέψουν στην αιώνια κατοικία τους κάτω από το φως των κεριών που τοποθετούνται πάνω τους. Πυροτεχνήματα χαιρετούν από μακριά τους «φιλοξενούμενους» που θα έλθουν και πάλι τον επόμενο χρόνο. Tο παραδοσιακό ανδρικό ένδυμα στην Tαϊλάνδη είναι το «πανούνγκ», κομμάτι βαμβακερού υφάσματος μεγέθους ένα επί τρία μ. που τυλίγεται γύρω από τους γοφούς με τρόπο που να σχηματίζει ένα είδος κοντού πανταλονιού. Aυτός ο τρόπος ντυσίματος άρχισε σιγά-σιγά να εκλείπει τόσο, που στην Mπανγκόκ πολύ σπάνια να συναντήσει κανείς κάποιον με «πανούνγκ». Όλοι προτιμούν το πρακτικότερο πανταλονάκι με το πουκάμισο ριγμένο από πάνω. H γυναίκα κάποτε φορούσε αποκλειστικά σχεδόν μόνο το «σαρόνγκ» που, τυλιγμένο γύρω από τον κορμό, την κάλυπτε από τα γόνατα μέχρι τη μασχάλη και συμπληρωνόταν από ένα μεταξωτό μαντίλι ριγμένο στις πλάτες. Σήμερα προτιμάει τη φούστα με το κοντό ζακετάκι από πάνω (πασίν). Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, και μάλιστα σε επίσημες τελετές, οι άντρες φορούν το «πανούνγκ». H βασιλική οικογένεια, τα μέλη της Aυλής και οι άλλοι αξιωματούχοι είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται στον κανονισμό που ορίζει το χρώμα του «πανούνγκ», διαφορετικό για διαφορετική τελετή και ημέρα. Tα παραδοσιακά παπούτσια στην Tαϊλάνδη είναι τα σαντάλια που φοριούνται συνήθως στη διάρκεια της ξηρής περιόδου, ενώ στη διάρκεια των βροχοπτώσεων και των πλημμυρών προτιμούν να κυκλοφορούν ξυπόλητοι. Στην περίοδο της δουλειάς στους ορυζώνες, για να προφυλαχτούν από τον καυτερό ήλιο, φορούν στο κεφάλι μεγάλα ψάθινα καπέλα που τα κατασκευάζουν είτε από τα άχυρα του ρυζιού είτε από ίνες μπαμπού.H ταϊλανδική κουζίνα βασίζεται στο ρύζι, στις πικάντικες σάλτσες και στο ψάρι. Πράγματι, το παραδοσιακό τους πιάτο είναι βρασμένο ρύζι που συνοδεύεται από μεγάλη ποικιλία πικάντικων σαλτσών, κατασκευασμένων σύμφωνα με παραδοσιακές συνταγές. Για να ποικίλλουν τις γεύσεις χρησιμοποιούν διάφορα αρώματα, μπαχαρικά, πιπέρια κ.λπ. Oι Tαϊλανδοί καταφεύγουν πολύ συχνά σε εστιατόρια και αυτό εξηγεί τον τεράστιο αριθμό τους σε όλες τις πόλεις και ιδιαίτερα στην Mπανγκόκ. Aυτά ανήκουν σε μεγάλο μέρος σε μετανάστες Kινέζους, οι οποίοι σερβίρουν και δικές τους «σπεσιαλιτέ», όπως είναι οι χελιδονοφωλιές, τις οποίες προμηθεύουν Kινέζοι έμποροι. Tέτοιες υπάρχουν και στην Tαϊλάνδη, στην περιοχή της Σόνγκλα. Oι φωλιές είναι μια ζελατινοειδής ουσία που παράγεται από τις αδενικές εκκρίσεις ενός τροπικού πουλιού που κτίζει τη φωλιά του μέσα σε σπηλιές ή πάνω σε απόκρημνα βράχια. Aπό όλες τις ασιατικές χώρες, η Tαϊλάνδη είναι αυτή που δέχτηκε περισσότερο, ίσως, την ευρωπαϊκή κουζίνα. Mόνο στα χωριά συνηθίζουν να τρώνε με τον τρόπο που ήξεραν, καθισμένοι στο πάτωμα γύρω από τρία μεγάλα δοχεία που περιέχουν το ρύζι, τις σάλτσες με το ψάρι και τα λαχανικά και τρώνε με τα χέρια. Μαϊμούδες απολαμβάνουν το γεύμα τους, σε γιορτή, που γίνεται προς τιμή τους, σε βουδιστικό τέμενος (φωτ. ΑΠΕ). Νεαροί Ταϊλανδοί εκτελούν το «Χορό του λιονταριού» στην έναρξη του φεστιβάλ του Κινεζικού έτους στην Μπανγκόκ (φωτ. ΑΠΕ). Ο βασιλιάς της χώρας προσκυνά για τελευταία φορά τις στάχτες της μητέρας του. Θα ακολουθήσει διήμερο θρησκευτικών τελετών και κατόπιν οι στάχτες θα τοποθετηθούν σε ναό (φω. ΑΠΕ). Πιστός, σε κατάσταση έκστασης, συμμετέχει σε θρησκευτική πομπή έχοντας τρυπημένα τα μάγουλα του με ένα μικρό δόρυ. Αναμμένα κεριά μπροστά σε ναό της Μπανγκόκ. Οι Ταϊλανδοί εκφράζουν, με αυτόν τον τρόπο, τον σεβασμό τους στοον Βούδα (φωτ. ΑΠΕ). Ελέφαντες, στις εκδηλώσεις της 1ης Μαϊου, που γίνονται κάθε χρόνο στην Ταϊλάνδη. Παλιό μουσικό όργανο των Τάι. Η Ταϊλάνδη έχει να επιδείξει μεγάλη ποικιλία μουσικών συνθέσεων κασι χορών. Βουδιστές μοναχοί την ώρα που ανάβουν φωτιά για την καύση του νεκρού. Νεαροί βόνζοι (ιερείς του Βούδα) σε ένα ναό της Μπανγκόκ. Ταϊλανδοί προσεύχονται μπροστά στα οστά 21.347 άταφων συμπατριωτών τους πριν από την τελετή καύσης τους (φωτ. ΑΠΕ). Δόκιμοι μοναχοί, κρατώντας λωτούς και κεριά, συμμετέχουν σε τελετή χειροτονίας, πριν εισαχθούν για τρεις μήνες σε μοναστήρι, όπου θα διδαχθούν τις βουδιστικές αρχές (φωτ. ΑΠΕ). Βουδιστές μοναχοί της Ταϊλάνδης προσεύχονται, σε ναό της Μπανγκόκ, για την ταχεία ανάρρωση από εγχείρηση του βασιλειά της χώρας (φωτ. ΑΠΕ). Πιστοί προσεύχονται έξω από ένα ναό. Ο ναός του Πρα Σρισανπέτ αποτελεί μέρος του συγκροτήματος των ερειπίων της Αγιουτάγια και είναι χτισμένος στο σιαμικό στιλ της τέχνης των Χμερ. Η Μεγάλη παγάδα στην Αγιουτάγια, δείγμα της ανάπτυξης της Ταϊλανδικής αρχιτεκτονικής. Η είσοδος της εσωτερικής αυλής του Βατ Πρα Κέο, βασιλικού παρεκκλησιού στην Μπανγκόκ. Τα αγάλματα των δύο φρουρών ενσωματώνονται απόλυτα στη ζωηρή πολυχρωμία ολόκληρου του αρχιτεκτονήματος. Το θερινό παλάτι του Μπανγκ Πα-ιν, που κατασκευάστηκε από το βασιλιά Πρασαντόνγκ και βρίσκεται κοντά στην Αγιουτάγια. Κτισμένη το 1350, έπειτα από επιθυμία του βασιλιά Ραμαζιμπόντι Α’, η Αγιουτάγια υπήρξε η λαμπρή πρωτεύουσα του Σάμ μέχρι το 1767. Ο βασιλιάς της Ταϊλάνδης, παρακολουθεί τις τελετές, που πραγματοποιούνται προς τιμή της 27ης επετείου των γενεθλίων του (φωτ. ΑΠΕ). Κοπάδι βουβαλιών· η κτηνοτροφία, προπάντων των βουβαλιών και των χοίρων, είναι συγκεντρωμένη κυρίως στο υψίπεδο του Κοράζ. Χαρακτηριστική άποψη της πρωτεύουσας Μπανγκοκ. Ταϊλανδέζοι ψαράδες σε μια περιοχή όπου στα νερά μικρών ποταμιών εκτρέφουν μεγάλο αριθμό ψαριών. Άποψη της Μπανγκόκ. Η πόλη με αρκετά σύνθετη πολεοδομία, συνδυάζει σύγχρονες συνοικίες, όπου βρίσκονται οι έδρες των επιχειρήσεων και παλιές συνοικίες με κατοικίες μόνο, καθώς και έναν κεντρικό γραφικό πυρήνα ανάμεσα σε πλήθος καναλιών. Δύο νέες σε χαρακτηριστική φιγούρα των χορών της Ταϊλάνδης. Χωριό ψαράδων, που αποτελείται από απλές καλύβες κτισμένες πάνω σε πασσάλους, στο νησί Πουκέτ (θάλασσα των Ανταμόν). Νεαρός Ταϊλανδός αποδεικνύει τη φιλία του με τον κροκόδειλο. Πολλοί Ταϊλανδοί ζουν από την αξιοποίηση του δέρματος των κροκοδείλων. Μια Ταϊλανδέζα με τοπική παραδοσιακή ενδυμασία της πεδινής περιοχής των μεγάλων δασών. Η Ταϊλάνδη είναι γενικά χώρα των παραδόσεων και των πανάρχαιων εθίμων. Στην Ταϊλάνδη ζουν πολλές εθνικές ομάδες, που τις ενώνει η κοινή θρησκεία και γλώσσα. Η γυναίκα της φωτογραφίας ανήκει σε μια ορεσίβεια φυλή, που διακρίνεται για τα φιλοπόλεμα ήθη της. Χαρακτηριστικό της είναι το γεγονός ότι οι γυναίκες καπνίζουν. Η καλλιέργεια του ρυζιού αποτελεί βασικό πόρο της Ταϊλανδικής εθνικής οικονομίας. Μεταφορά ξυλείας σε δασώδη ζώνη του Βορρά. Η Ταϊλάνδη βασίζει την οικονομική της ανάπτυξη και στην υλοτομία. Σε στενή σχέση με τις κλιματικές συνθήκες, το ταϊλανδικό τμήμα της χερσονήσου της Μαλάνας καλύπτεται από δάση, που από τα βουνά και τους λόφους τουΤενασερίμ κατέρχονται έως τις ακτές του κόπλου Σιάμ. Οι βάρκες που σύντομα θα γεμίσουν από τουρίστες, τους οποίους θα μεταφέρουν στα κοντινά εξωτικά νησάκια της Ταϊλάνδης (φωτ. ΑΠΕ). Άποψη της περιοχής Ουταραντίτ, στο βορειοδυτικό τμήμα της Ταϊλάνδης, το οποίο διαρέεται από τον ποταμό Μάε Ναμ Γιόν, τον δεύτερο μεγαλύτερο της χώρας. Φωτογραφία της Μπανγκόκ από δορυφόρο της ΝΑΣΑ (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Πυροτεχνήματα πάνω από τον ποταμό Μενάμ, κατά τη διάρκεια των εορτασμών στην Μπανγκόκ (φωτ. ΑΠΕ). Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ταϊλάνδης Έκταση: 514.000 τ.χλμ Πληθυσμός: 60.913.637 κάτ. το (2000) Πρωτεύουσα: Μπανγκόγκ Πληθυσμός: 6.355.144 κάτ. το (2000)

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μαλαισία — Κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας. Αποτελείται από δύο ενότητες, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί η Νότια Κινεζική θάλασσα για περίπου 650 χλμ. Το ανατολικό τμήμα συνορεύει B με το Μπρουνέι και N με την Ινδονησία, ενώ βρέχεται B και Δ από την Νότια… …   Dictionary of Greek

  • λαός — Κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα B με την Κίνα και το Βιετνάμ, στα Α με το Βιετνάμ, στα Ν με την Καμπότζη, στα Δ με τη Ταϊλάνδη και στα ΒΔ με τη Μυανμάρ.Tο Λ. είναι το μοναδικό κράτος της χερσονήσου της Ινδοκίνας που δεν βρέχεται… …   Dictionary of Greek

  • Ταϊλανδός — και Ταϋλανδός, ο, θηλ. Ταϊλανδή και Ταϋλανδή, Ν ο κάτοικος τής Ταϊλάνδης ή αυτός που κατάγεται από την Ταϊλάνδη …   Dictionary of Greek

  • μαλάκα — (Malacca). Χερσόνησος (μήκος 1.120 χλμ.) της Μαλαισίας. Πρόκειται για μια μακριά και στενή γλώσσα γης της νοτιοανατολικής Ασίας, που καταλαμβάνει έκταση περίπου 200.000 χλμ. Εκτείνεται ανάμεσα στη θάλασσα των Aνταμάν, στον κόλπο του Σιάμ… …   Dictionary of Greek

  • μαλακά — (Malacca). Χερσόνησος (μήκος 1.120 χλμ.) της Μαλαισίας. Πρόκειται για μια μακριά και στενή γλώσσα γης της νοτιοανατολικής Ασίας, που καταλαμβάνει έκταση περίπου 200.000 χλμ. Εκτείνεται ανάμεσα στη θάλασσα των Aνταμάν, στον κόλπο του Σιάμ… …   Dictionary of Greek

  • σάπφειρος — Πολύτιμος λίθος, με βαθύ γαλάζιο χρώμα, εξαιτίας των ιχνών σίδηρου και τιτάνιου που περιέχει. Τα σημαντικότερα κοιτάσματα σ. βρίσκονται στη Σρι Λάνκα, στην Ταϊλάνδη και στην Αυστραλία. Ονομάζεται και ανατολικός σ. για να διακρίνεται από άλλους… …   Dictionary of Greek

  • Κελάνταν — (Kelantan). Πολιτεία (15.024 τ. χλμ., 1.313.014 κάτ. το 2000) της Μαλαισίας, στη Μαλαϊκή χερσόνησο, στη Νότια Κινεζική θάλασσα. Στα Β συνορεύει με την Ταϊλάνδη. Πρωτεύουσά της είναι η Κότα Μπάρου (Kota Baru, 400.321 κάτ. το 2000). Τα κυριότερα… …   Dictionary of Greek

  • Μεκόνγκ — (Mekong, κινεζικά Λαντσάνγκ Κιανγκ, θιβετανικά Τζα Τσου, ταϊλανδέζικα Μάε Κονγκ ή Μάε Ναμ Κονγκ). Ποταμός (4.184 χλμ.) της νοτιοανατολικής Ασίας που εκβάλλει στη Νότια Κινεζική θάλασσα. Πηγάζει από την αλυσίδα των ορέων Τανγκλχά στην κεντρική… …   Dictionary of Greek

  • Τάι — Όνομα με το οποίο χαρακτηρίζονται όλοι οι πληθυσμοί που μιλούν μια σειρά από σινοθιβετανικές γλώσσες (γλώσσες τάι), οι οποίοι ήταν άλλοτε διαδεδομένοι στη νοτιοανατολική Ασία και σήμερα είναι εγκατεστημένοι κατά το μεγαλύτερο μέρος από το Τονκίνο …   Dictionary of Greek

  • γκάουρ — (gaur).Μηρυκαστικό αρτιοδάκτυλο ζώο της οικογένειας των βοοειδών. Έχει ογκώδες κοντόχοντρο σώμα, κοντό λαιμό, πλατύ ρύγχος και ένα κύρτωμα στην αρχή της ράχης. Το γ. έχει ύψος περίπου 1,80 μ.· ο λαιμός του δεν έχει τράχηλο· το κεφάλι έχει δύο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.